Ένα κάπως... διχασμένο διήμερο στην Επίδαυρο

Η, κατά θεάτρο Νο και Μιχαήλ Μαρμαρινό, παράσταση της ομηρικής «Νέκυιας» και η, κατά Θάνο Μικρούτσικο, μελωδική μνήμη της Αριστεράς...
Της Ναταλί Χατζηαντωνίου
«Είχα δει παράσταση του θεάτρου Νο σε μία από τις πιο παραδοσιακές εστίες του, σ΄ ένα παλαιό ξύλινο κιόσκι, στο μέσον ενός ολόφυτου κήπου, στη Γιοκοχάμα. Ηταν αριστούργημα», μου είπε μία φίλη, αιφνιδιασμένη που δεν επέστρεψα έκθαμβη από την παράσταση του Νο και του Μιχαήλ Μαρμαρινού στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
Εχοντας ξαναδεί κι εγώ παραστάσεις θεάτρου Νο αλλά επί ελληνικού εδάφους, στην Αθήνα και στο Αργος (στο πάλαι ποτέ εκπληκτικό φεστιβάλ που διοργάνωνε εκεί η Ελένη Βαροπούλου), είχα μία μίνιμουμ μεν, περισσότερο κι από θετική εμπειρία δε, σ΄ αυτό το τελετουργικό είδος ιαπωνικού θεάτρου που ακολουθεί σχεδόν πιστά κώδικες οι οποίοι διαμορφώθηκαν τον 14ο αιώνα. Ο συνδυασμός τους με την «Νέκυια», την πιο μεταφυσική Ραψωδία (Λ) της Ομηρικής «Οδύσσειας», χάρη στον πάντα ριζοσπαστικό Μαρμαρινό, μου φαινόταν ήδη από την αναγγελία του προγράμματος του Ελληνικού Φεστιβάλ, μία από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές προκλήσεις του φετινού καλοκαιριού. Η επίγευση ήταν κατώτερη της προσδοκίας-παρότι σε καμία περίπτωση δεν είμαι απ΄ όσους θεωρούν ότι το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δεν πρέπει να ανέχεται «εκ προοιμίου» παραστάσεις άλλων πολιτισμών και γλωσσών.
Παρόλα αυτά έχω από προχθές την αίσθηση ότι ειδικά το θέατρο Νο και η Επίδαυρος έχουν μία βασική διαφορά την οποία δεν κατόρθωσε να γεφυρώσει ο Μαρμαρινός, ούτε ο γλυκύτατος, σοφός Ιάπωνας επικεφαλής του ιαπωνικού θιάσου Rokuro Gensho Umewaka: Στο απόγειο μίας θεατρικής λιτότητας που εξοστρακίζει το λόγο, το Νο βασίζεται στην τελετουργική και κινησιολογική κυρίως απεικόνιση του Μύθου και βέβαια στην αρχιτεκτονική του χώρου. Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου πάλι, είναι φτιαγμένο για να υπηρετεί την αρχιτεκτονική του λόγου. Ο λόγος και η έκφρασή του είναι αυτός που συντηρεί το Μύθο και στον Όμηρο. Συνεπώς και στη Νέκυια είναι περισσότερο η αφήγηση που απογειώνει το Μύθο της Καθόδου του Οδυσσέα στον Άδη, παρά ο «σκελετός». Κι εμένα ομολογώ ότι παρά την άψογα «γεωμετρημένη» παράσταση και την εικαστικότητα του θεάματος, μου έλειψε ο λόγος -κι η έλλειψη δυστυχώς δεν υποκαταστάθηκε από την προβολή σε υπέρτιτλους αποσπασμάτων της θαυμάσιας απόδοσης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ούτε από την σχεδόν διαρκή μουσική παρέμβαση των τεσσάρων παραδοσιακών «χαγιάσι» (μουσικών) του Νο.
Στη μεγάλη κλίμακα της Ορχήστρας της Επιδαύρου και μπροστά στα μάτια 6000 θεατών, το τετράγωνο πατάρι που παραδοσιακά ορίζει τον σκηνικό χώρο των συντελεστών μιας παράστασης του Νο (η οποία συντελείται συνήθως ενώπιον το πολύ 200 θεατών) ήταν λιλιπούτειο. Η δράση πάντως ήταν εστιασμένη αυστηρά πάνω σ΄ αυτό και στο παραδοσιακό αν και αρκετά επιμηκυμένο «χασικαγκάρι», τη στενή γέφυρα δεξιά της σκηνής από την οποία στο παραδοσιακό Νο φτάνουν οι συντελεστές. Εν προκειμένω ο διάδρομος ξεκινούσε δεκάδες μέτρα πίσω από τη σκηνή επιτρέποντας στην αρχή την αργή, τελετουργική και σε άψογη γεωμετρία άφιξη του παραδοσιακού θιάσου-ηθοποιών και μουσικών. Εκθαμβωτική… γεωμετρία ακόμα και στον τρόπο που έπεφταν οι σκιές των συντελεστών πάνω στο χώμα του αρχαίου θεάτρου! Ηταν μία ακόμα αξιοζήλευτη απόδειξη όχι μόνο της εικαστικότητας αλλά και της τεράστιας πειθαρχίας που συνοδεύει όλους τους φορείς του πνεύματος της Απω Ανατολής. Γι αυτό και το εικαστικό κομμάτι (σκηνική διάταξη, παραδοσιακά κοστούμια του Νο, μάσκες, η σύλληψη για τον ολόλευκο Χορό των ψυχών) ήταν αναμφίβολα το εντυπωσιακότερο μέρος αυτής της παράστασης.
Από εκεί και πέρα η εξέλιξη των σκηνών του Μύθου της «Νεκυιας» (αποχαιρετισμός Οδυσσέα-Κίρκης, συνάντηση Οδυσσέα-Τειρεσία, χρησμός Τειρεσία, αναπαράσταση της σφαγής των μνηστήρων, συνάντηση Οδυσσέα με την ψυχή της μάνας του Αντίκλειας κλπ.) βασίστηκε σχεδόν πιστά στις κινησιολογικές αρχές του Νο, περιορίζοντας το λόγο φυσικά σε μερικές άναρθρες κραυγές και υποκαθιστώντας τον από τις παραδοσιακές ιαπωνικές μελωδίες του γιαπωνέζικου φλάουτου και των τριών τυμπάνων (οι τέσσερις μουσικοί κάθονταν αριστερά στο πατάρι όπως ορίζουν οι κώδικες του Νο, ενώ στο κέντρο ήταν σχεδόν διαρκώς ο Ουμεουάκα -«Οδυσσέας»).
Όσο για το κοινό, το Σάββατο τουλάχιστον φάνηκε διχασμένο. Ενώ από το πρώτο ημίωρο οι θεατές του άνω διαζώματος αποχωρούσαν κατά ομάδες, το κάτω διάζωμα αποδείχτηκε όχι μόνο ανθεκτικότερο αλλά και σε γενικές γραμμές ενθουσιώδες. Στο τελευταίο θερμό χειροκρότημα και στα αρκετά «μπράβο» οι συντελεστές πάνω στο πατάρι, ανταποκρίθηκαν βγάζοντας τις μάσκες και υποκλινόμενοι βαθιά, ενώ στη σκηνή κατέφτασε τρέχοντας και ο Μαρμαρινός ο οποίος υποκλίθηκε με τη σειρά του παραμένοντας για λόγους αρχής κάτω από το πατάρι.
Την Παρασκευή μάθαμε ότι την παράσταση παρακολούθησε ο υπουργός Πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης, ενώ την ίδια ώρα (από μακριά και… αγαπημένοι; ) τρία εξέχοντα μέλη της διαφωνούσας με την κυβέρνηση Αριστερής Πλατφόρμας (Δ.Στρατούλης, Κ.Ησυχος, Γ.Μηλιός) βρίσκονταν στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου για τη μουσική παράσταση του Θάνου Μικρούτσικου «Η μνήμη, όταν επιστρέφει εκδικείται». Παράσταση εξαιρετική που ανθολογούσε τόσο από την εργογραφία του Μικρούτσικου όσο και-ως πινελιές-από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο και τον Απόστολο Καλδάρα («Οποια και να σαι») , τα πιο εσωτερικά δείγματα μελοποιημένης ποίησης του Μπρεχτ, του Μπήρμαν, του Αναγνωστάκη, του Καβάφη, του Ρίτσου, του Ελευθερίου, του Καββαδία κ.ά. Θαυμάσιες, λιτές κι ωστόσο απολύτως περιεκτικές οι ενορχηστρώσεις δεν χρειάζονταν παρά δύο πιάνα παιγμένα βέβαια αριστοτεχνικά από τον ίδιο το Μικρούτσικο και τον μαγικό μουσικό (και συνθέτη) που λέγεται Θοδωρής Οικονόμου και μία σειρά από πνευστά (σαξόφωνο, φλάουτο κλπ.) στα χείλη του γνωστού δεξιοτέχνη Θύμιου Παπαδόπουλου. Ο Κώστας Θωμαϊδης σε μία από τις καλύτερες εμφανίσεις στις οποίες τον έχουμε ποτέ δει και ακούσει και η γλυκύτατη Αφροδίτη Μάνου με τη γοητευτική ελαφρά αμηχανία της απέναντι στο κοινό, ερμήνευσαν αυτά τα διαμάντια-ποιήματα που έγιναν κάποτε τραγούδια, οραματα και ευχές μιας Αριστεράς που… «ήθελε ακόμη»...Τραγούδια μίας μνήμης που επιστρέφει κάθε τόσο είτε για να θυμίσει πώς ποίηση είναι και ο λαϊκός στίχος του Σαμολαδά «Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει και ξαναρχίζω απ’ την αρχή…».
Σ΄αυτό το εσωτερικής σκέψης και εξωτερικής συμμετοχής πολύτιμο πρόγραμμα μόνη «παραφωνία» ισως να ήταν δύο από τις μεγάλες «λαϊκές» επιτυχίες των Μικρούτσικου-Αλκαίου με την ανεξίτηλη μνήμη της φωνής του Μητροπάνου τα «Πάντα γελαστοί» και «Ρόζα». Η βραδιά ολοκλήρωσε την θεραπευτική της αποστολή, εκεί με φόντο το λιμανακι της Παλαιάς Επιδαύρου και συνοδεία από τους νυχτερινούς ήχους του ελληνικού καλοκαιριού με τη «Θεσσαλονίκη» του Καββαδία εν χορώ…Είναι βέβαιο άλλωστε ότι ειδικά αυτή την εποχή όλο και περισσότεροι ψάχνουν (μάταια;) το στρατί που πάει για το Ντεπό….
Σχόλια
live radio