Του Δημήτρη Σταματίου
Photos High Viz και Bad Religion: Αλεξάνδρα Κατσαρού
Ούτε οι ίδιοι οι Bad Religion δεν πίστευαν στα μάτια τους, βλέποντας το τεράστιο πλήθος που πλημμύρισε την Τρίτη την Πλατεία Νερού για να απολαύσει μια μέρα αφιρωμένη στο πανκ – και δη στο πανκ της εταιρείας Epitaph, που δημιούργησε ο κιθαρίστας της μπάντας, Brett Gurewitz, η οποία και σφράγισε με τον τρόπο της μια ολόκληρη εποχή του hardcore στις ΗΠΑ.
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: την ημέρα άνοιξαν οι High Viz, τους οποίους ο υποφαινόμενος για λόγους δουλειάς (γκρμφ!) δεν πρόλαβε να δει, παρότι τους έχει ακούσει και του αρέσουν. Μετά την ανάλογη τιμωρία στην οποία θα υποβληθεί, δεσμεύεται ότι θα φροντίσει να δει συναυλία τους με την πρώτη ευκαιρία.
Στις 8 ακριβώς τη σκηνή του Release κατέλαβαν οι Bad Religion, οι οποίοι επέστρεψαν στην Αθήνα – και, μάλιστα, στο ίδιο σημείο (είχαν παίξει στο Τάεκβοντο) – μετά από 16 χρόνια. Το να μιλήσει κανείς για τους Bad Religion είναι σχεδόν άσκοπο: μια από τις κορυφαίες μπάντες του US hardcore punk, το συγκρότημα ουσιαστικά δημιούργησε «σχολή» με τα μελωδικά κομμάτια του (παιγμένα, βέβαια, σε warp speed), τους πολιτικούς του στίχους, αλλά και τη διάθεσή του να «απλώνει» τον ήχο του και να μην περιορίζεται σε τραγούδια τριών ακόρντων.
Με ένα setlist στα όρια του best of (μόνο το «Stranger than fiction» ξέχασαν, σνιφ...), οι βετεράνοι από την Καλιφόρνια φρόντισαν να καλύψουν σχεδόν ολόκληρη τη δισκογραφία τους: «A Walk», «Fuck Armageddon, this is Hell», «21st Century Digital Boy», «Infected», «Punk Rock Song», «No Control», «Atomic Garden», «Los Angeles Is Burning», «Recipe for Hate», «True North»,... ο κατάλογος είναι πραγματικά εξαντλητικός και αν στα υπερσπιντάτα κομμάτια η ταχύτητα ήταν λίιιιιιιιιιγο πιο χαμηλή (προφανώς και λόγω ηλικίας, duh...), κανείς από το κοινό δεν φάνηκε να ενοχλείται.
Αντιθέτως, τα pits άρχισαν από νωρίς και, παρά το τεράστιο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί, ουδείς φάνηκε να ενοχλείται – κάθε άλλο. Εν πάση περιπτώσει, περίπου μιάμιση ώρα μετά την έναρξη, ο Greg Graffin πήρε τα μέλη της μπάντας και το διδακτορικό του στη φιλοσοφία κι έφυγε, αφήνοντας τη σκηνή για τα «παιδιά» των Bad Religion.
Στις 10 λοιπόν, βγήκαν επί σκηνής οι Offspring – με άγριες διαθέσεις, καθώς άρχισαν χωρίς πολλά-πολλά με το «Come out and play», το πρώτο μεγάλο hit τους, οδηγώντας τα πλήθη σε παροξυσμό. Ακολούθησε μια πραγματική καταιγίδα (All I Want, Want You Bad, Looking Out for #1, Burn It Up, Staring at the Sun, Hit That / Original Prankster, Hammerhead και Bad Habit), ωστόσο η συνέχεια ήταν μια πραγματική έκπληξη.
Με αφορμή την επέτειο της τελευταίας συναυλίας των Black Sabbath, οι Offspring έπαιξαν ένα-δύο μέτρα από το «Paranoid» και σχεδόν ολόκληρο το «Crazy Train» του Ozzer – με τεράστιο σεβασμό για την ιστορική μπάντα. Επίσης, ο Noodles φρόντισε να μας βάλει σε εντελώς άλλο κλίμα, παίζοντας το περίφημο «In the Hall of the Mountain King» του Edvard Grieg, για να ακολουθήσει μια πρέπει-να-την-ακούσεις-για-να-την-πιστέψεις διασκευή του «Love Story» της Taylor Swift.
Μετά το ευχάριστο διάλειμμα, επιστρέψαμε στο... κανονικό μας πρόγραμμα, με το συγκρότημα τα δίνει όλα (Why Don't You Get a Job?, Pretty Fly (for a White Guy), The Kids Aren't Alright και στο ανκόρ τα Lullaby, You're Gonna Go Far, Kid, και το Self Esteem για κλείσιμο), αλλά και να στέλνει στο κοινό τεράστιες μπάλες παραλίας (κάτι παίζει φέτος με τις μπάλες παραλίας...), να έχει τεράστιους σκελετούς στη σκηνή και να σκάει χαρτοπόλεμος στα κεφάλια των... πιστών.
Με δύο λόγια: μια πολύ σπουδαία μέρα, με μεγάλη μουσική, συγκροτήματα από... άλλο πλανήτη, κόσμο πραγματικά «τρελλαμένο» και εξαιρετικό ραπόρτ (οι Offspring είπαν τουλάχιστον δύο φορές ότι θεωρούσαν τη συναυλία την «ομορφότερη συνάντηση ανθρωπίνων όντων που έχουν ζήσει»). Ειλικρινά, πολύ δύσκολα θα μπορούσα να την περιγράψω καλύτερα...












Κεντρική φωτογραφία: Εφημερίδα των Συντακτών Facebook
