Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ένα διήγημα με αφορμή ένα τραγούδι! Το Summer In The City.  




Το τσιμέντο φτύνει ζέστη. Τα κτήρια απέναντι μου στην Ακαδημίας παραμορφώνονται. Ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο μου και στην ραχοκοκαλιά μου. Νοιώθω ότι βρίσκομαι μέσα στα καζάνια της κολάσεως. Μαζί με πολύ κόσμο περιμένω το λεωφορείο, καίγομαι, υποφέρω. Προσπαθώ να σκεφτώ καταρράκτες, την θάλασσα, νερό που τρέχει, μια καταρρακτώδη βροχή. Αν τώρα άρχιζε να βρέχει σχεδόν θα χόρευα, θα άνοιγα τα χέρια μου με τις παλάμες προς τον ουρανό να νοιώσω το νερό, θα άνοιγα το στόμα μου να πιάσω καμιά ψιχάλα, θα στριφογύριζα χαρούμενα βρεγμένη στην στάση. Σχεδόν μιούζικαλ, σαν να ακούω τις πρώτες νότες. Ίσως και να έπαθα ηλίαση.



Το λεωφορείο έρχεται, ο κόσμος και εγώ μαζί στριμωχνόμαστε μπροστά στην πόρτα. Κορμιά ιδρωμένα σπρώχνονται, έτσι με τσαμπουκά να μην αφήσουμε τους μέσα να βγουν, να μπούμε πρώτοι. Κάποιοι βρίζουν, κάποιοι άλλοι τους απαντάνε επίσης βρίζοντας. Εγώ είμαι ναρκωμένη από την κούραση, από την ζέστη και από το χθεσινοβραδινό μεθύσι. Κρύβομαι πίσω από τα γυαλιά ηλίου, δεν βρίσκω θέση και μένω όρθια όχι επειδή με κρατάνε τα πόδια μου αλλά επειδή τα ξένα κορμιά με συγκρατούν, τόσο στριμωγμένα είμαστε. Τα καμπανάκια για τις στάσεις με κρατάνε ξύπνια.

Έρχεται η σειρά για το δικό μου καμπανάκι. Κατεβαίνω και κατευθύνομαι προς το σπίτι μου λες και έχω GPS, δεν κοιτάω δεξιά, αριστερά, μόνο κάτω. Στο επόμενο στενό θα στρίψετε δεξιά, σε εκατό μέτρα αριστερά, φτάσατε στον προορισμό σας. Μπαίνω στο σπίτι μου και αρχίζω να αποχωρίζομαι τα ρούχα μου αμέσως μόλις ακούσω το κλείσιμο της πόρτας. Πρώτα φεύγουν τα παπούτσια, σειρά έχει το φουστάνι, η βαρύτητα κάνει καλά την δουλειά της και κρατάει τα ρούχα στο πάτωμα. Ανοίγω το ψυγείο όχι για να πιω νερό αλλά για να νοιώσω λίγη δροσιά. Πάω στοίχημα ότι χωράω να μπω στο ψυγείο, αν έβγαζα τα ράφια, τα δύο φρούτα και το ξινισμένο γάλα σίγουρα θα χώραγα.



Δεν ανάβω κλιματιστικό, μου προκαλεί εκνευρισμό. Προτιμώ τον ανεμιστήρα αλλά πριν τρεις μέρες τα φτύσε, έκανε ένα θόρυβο και μετά τέρμα. Τώρα τον χρησιμοποιώ σαν καλόγερο, πετάω πάνω του ρούχα. Μπαίνω στο μπάνιο και αποφεύγω να με κοιτάξω στον καθρέφτη. Ανοίγω το νερό και η καταρρακτώδης βροχή που προηγουμένως ονειρεύτηκα επιτέλους πέφτει πάνω μου. Οι πρώτες νότες του μιούζικαλ μπλεγμένες με το τηλέφωνο που χτυπάει. Ας πάρουν μετά, τώρα ξεπλένω την κόλαση της Αθήνας από πάνω μου.
Μετά από ώρα κοιτάζω το τηλέφωνο μου, μήνυμα από την Λένα, το βράδυ λέει έχουν κανονίσει όλοι να πάμε σε μια καινούργια ταράτσα στο κέντρο, με ρωτάει αν έχω όρεξη. Κάθομαι και ζυγιάζω την κατάσταση, βαριέμαι για να λέω την αλήθεια  αλλά δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω. Ρίχνω μια ματιά βιαστική στον ανεμιστήρα-καλόγερο να δω τι έχει πάνω του να φορέσω. Πληκτρολογώ οκ και το στέλνω. Ταράτσα απόψε, από αύριο κομμένα αυτά, έξω, ποτά, τσιγάρα και οι ίδιες φάτσες. Καθώς κάθομαι στην άκρη του καναπέ με τα μαλλιά μου ακόμη βρεγμένα να στάζουν στους ώμους μου αποφασίζω ότι από αύριο θα ξεκινήσω έναν μικρό εγκλεισμό.

Το βράδυ η Αθήνα είναι χαλαρή ίσως να φταίνε και τα φώτα της Ακρόπολης που πέφτουν πάνω της. Στους δρόμους παρέες γελάνε, πιτσιρικάδες κάθονται στα παγκάκια με κουτάκια μπύρας και εμένα είναι σαν να μου μυρίζει και λίγο αγιόκλημα. θυμάμαι τότε που με την παρέα μου καθόμασταν στα παγκάκια και πίναμε μπύρες  επειδή ήταν το μόνο ποτό που σήκωνε η τσέπη μας, δεν ξέρω αν έφταιγαν οι μπύρες ή επειδή ήμασταν μικροί αλλά γελάγαμε πολύ και ερωτευόμασταν και πολύ. Όλα στο μέγιστο. Ψάχνω να βρω την ταράτσα και αποφασίζω ότι απόψε θα πιω μπύρα.



Με το που πατάω το πόδι μου στην ταράτσα από το βάθος βλέπω χέρια σηκωμένα, οι δικοί μου κάνουν νόημα λες και θα τους έχανα. Έχουν  πάρει όλοι κοκτέιλ, παίρνω μπύρα, με κοιτάνε περίεργα και τους ανταποδίδω το βλέμμα. Ο Σωκράτης έχει έρθει με την καινούργια του κοπέλα, η οποία είναι ίδια με την προηγούμενη. Αναρωτιέμαι που τις βρίσκει αλλά δεν του κακιώνω γιατί είναι φίλος και τον αγαπάω και επειδή είναι σκληρό να περνάς μόνος σου την κόλαση, έστω αν αυτή η κόλαση είναι η κόλαση της Αθήνας. Η Λένα γκρινιάζει για τον γκόμενο της και όταν δεν μουρμουρίζει για την αποτυχημένη σχέση της κάνει τα γλυκά μάτια στον Στέφανο που είναι ο μεγάλος της έρωτας και ας μην το ομολογεί ούτε στον Στέφανο ούτε στον εαυτό της. Παραγγέλνω δεύτερη μπύρα καθώς κάνω ότι προσέχω ότι μου λέει η καινούργια και συνάμα τόσο ίδια με την παλιά κοπέλα του Σωκράτη. Μου λέει  για τις διακοπές που έχουν κανονίσει, θα πάνε λέει Τζια και θα περάσουν τέλεια και το ξενοδοχείο είναι καταπληκτικό και είναι τόσο ερωτευμένοι που θα χάνονται χέρι χέρι στο ηλιοβασίλεμα. Κουνάω το κεφάλι μου  και της χαμογελάω, καταβάλλω το μικρότερο ποσοστό της κοινωνικής και φιλικής μου ευγένειας. Με ρωτάει που θα πάω εγώ διακοπές. Πουθενά, εδώ Αθήνα λέω. Μου ρίχνει ένα λυπημένο βλέμμα κουταβιού ενώ ρουφάει το ροζ ποτό της με καλαμάκι. Μπα, δεν σε κατάλαβα κοπελιά, μας λυπάσαι κιόλας; Εμένα έτσι μου αρέσει να είμαι στην άδεια Αθήνα, σε έρημους δρόμους και πλατείες και άμα κάτσει να παίζω κουτσό στις διαβάσεις στην Πατησίων. Μέσα μου υπερασπίζομαι την επιλογή μου αλλά δεν της λέω τίποτα. Κατεβάζω μια γουλιά μπύρα και της λέω ότι πάντως όσοι έχουν πάει Τζια έχουν μαλώσει και έχουν χωρίσει. Πνίγετε με το ροζ ποτό και τρέχει στον Σωκράτη. Ένα μηδέν, κρατάω σκορ. Αύριο ο φίλος μου θα με βρίζει αλλά δεν πειράζει είμαστε φίλοι και με αγαπάει.

Στρέφω τα μάτια μου ψηλά στον ουρανό και αποφασίζω ότι το βράδυ στην ταράτσα είναι μια αποτυχία, σε παγκάκι καλύτερα θα περνάγαμε. Κατεβάζω το βλέμμα μου και απέναντι μου βλέπω κάποιον που είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν τον γνωρίζω, ξέρω ότι δεν τον ξέρω αλλά τον νοιώθω οικείο. Σκέφτομαι ότι ίσως να φταίνε οι μπύρες ή η πρωινή ηλίαση. Με κοιτάζει και μου χαμογελάει και είναι λες και συνωμοτούμε. Διαολίζομαι που δεν κρατώ ροζ ποτό με καλαμάκι για να κάνω νάζια. Καθώς με πλησιάζει σκίζω νευρικά την ετικέτα της μπύρας, μου λέει το όνομα του και εγώ του λέω το δικό μου. Αγόρι γνωρίζει κορίτσι, απλή ιστορία. Μιλάμε και με κάνει να γελάω και αυτό είναι αρκετό. Ένα κορίτσι δεν θέλει περισσότερα. Με ρωτάει τι θα κάνω το καλοκαίρι, εδώ Αθήνα λέω και εγώ μου απαντάει. Αδελφές ψυχές σκέφτομαι αν και δεν το πολυπιστεύω γιατί έχουμε περάσει την ηλικία που πιστεύαμε στο L.F.E, τώρα το λέμε σαν να είναι αστικός μύθος. Το ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πάντως που το πίστεψα ήταν αρκετό για να με κάνει να χαμογελάσω. Η παρέα του φεύγει και αυτός μαζί. Ανταλλάσουμε αριθμούς μαζί με αμοιβαίες υποσχέσεις να μιλήσουμε.

Επιστρέφω στην παρέα μου και ο Σωκράτης με βρίζει από σήμερα, η Λένα με ρωτάει με ποιον μιλούσα και ο Στέφανος κοιτάζει κάπως περίεργα την Λένα κάτι το οποίο με κάνει να πιστεύω ότι και αυτός δεν ομολόγει ούτε στον εαυτό του ούτε στην Λένα ότι είναι ερωτευμένος. Και εγώ συλλογιέμαι ότι αύριο είναι μια καινούργια μέρα όπως κάθε αύριο εξάλλου και ότι αύριο ίσως να μου φαίνεται πιο φιλικό το τσιμέντο, το λεωφορείο και η ζέστη,  ότι αύριο ενδεχομένως να μου φαίνεται ανεκτή η κόλαση της Αθήνας.





Hot town summer in the city
Back of my neck getting dirty and gritty
Been down, isn't it a pity
Doesn't seem to be a shadow in the city
All around people looking half dead
Walking on the sidewalk hotter than a match head
But at night it's a different world
Go out and find a girl come on,
Come on and dance all night
Despite the heat it will be alright
And babe, don't you know it's a pity
The days can't be like the night
In the summer in the city in the summer in the city
Cool town, evening in the city
Dressed so fine and looking so pretty
Cool cat lookin for a kitty
Gonna look in every corner of the city
Ill I'm wheezing like a bus stop
Running up the stairs gonna meet ya on the roof top
But at night it's a different world
Go out and find a girl come on,
Come on lets dance all night
Despite the heat it will be alright
And babe, don't you know it's a pity
The days can't be like the night
In the summer in the city in the summer in the city
Solo but at night it's a different world
Go out and find a girl
Come on, come on lets dance all night
Despite the heat it will be alright
And babe don't you know it's a pity
The days can't be like the night
In the summer in the city in the summer in the city
Hot town summer in the city

Summertime and the livin' is easy
Fish are jumpin' and the cotton is high
Oh, your daddy's rich and your ma is good-lookin'
So hush, little baby; don't you cry

One of these mornings you're gonna rise up singing
And you'll spread your wings and you'll take to the sky
But till that morning, there ain't nothin' can harm you
With daddy and mammy standin' by

One of these mornings you're gonna rise up singing
And you'll spread your wings and you'll take to the sky
But till that morning, there ain't nothin' can harm you
With daddy and mammy standin' by





Τα τραγούδια διηγούνται ιστορίες, μερικές φορές τις φτιάχνουν επίσης.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούν αφορμή για διηγήματα, ιστορίες μικρές που έχουν αφετηρία ένα τραγούδι.