ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΑΝ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΕΙΡΑΞΕ

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΑΝ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΕΙΡΑΞΕ

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδηςσε μία εκ βαθέων συνέντευξη...


 Ωριμος, ξεκάθαρος στις απόψεις του, αυθεντικός, πολιτικός νους. Ετσι είναι και οι θέσεις που εξέφρασε σαυτή την συνέντευξη ο Αλκίνοος Ιωαννίδης: Ενα μέρος της είχε δημοσιευτεί στο απεργιακό φύλλο της «Ελευθεροτυπίας» στις 16 Ιουνίου. Ηταν, όμως, για λόγους χώρου, ένα δείγμα μόνο από τα όσα, πολλά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα, μας είχε πει τότε.
   Θα ήταν κρίμα να μην αναδημοσιεύσουμε εδώ, στο e-tetRadio, ολόκληρη την συνέντευξη. Αλλωστε η συναυλιακή ατζέντα του Αλκίνοου πάντα δίνει αφορμές. Μετά από μία πολύ μεγάλη περιοδεία μηνών σε ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπη, με αρκετούς ενδιάμεσους ελληνικούς σταθμούς, το μουσικό καλοκαίρι του Αλκίνοου προβλέπει ακόμα δύο live, χθες το βράδυ αλλά και απόψε, σε Λευκωσία και Λεμεσσό. Κι ας μην ξεχνάμε ότι έπεται στις 13 και 14 Ιουλίου, η εμφάνισή του στη Μικρή Επίδαυρο, σε μία γοητευτικά λιττή μουσική παράσταση που ετοιμάζει μαζί με τον Γιώργο Καλούδη (τσέλο, λύρα). Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του (www.alkinoos.gr)
ή και στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Φεστιβάλ (www.greekfestival.gr/gr/event291-alkinoos-ioannidis-in-concert.htm)

Πώς βιώνεις την κρίση στον μουσικό χώρο;
«Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς αυτή η χώρα θα έχει μουσικούς σε είκοσι χρόνια. Τα παιδιά, λόγω οικονομικής στενότητας των γονιών τους, δεν μαθαίνουν όργανα. Όσα, μεγαλύτερα και πιο προχωρημένα, θα μπορούσαν να σκεφτούν το δρόμο της μουσικής για τη ζωή τους, κάνουν αναγκαστικά άλλες επιλογές. Οι περισσότεροι επαγγελματίες μουσικοί, ψάχνουν αγωνιωδώς άλλα επαγγέλματα και κρατούν τη μουσική σαν χόμπι, στην καλύτερη περίπτωση. Οι δισκογραφικές εταιρίες, πολυεθνικές και ανεξάρτητες, κλείνουν, τα στούντιο αργοπεθαίνουν, οι ηχολήπτες και οι φωτιστές δουλεύουν ηλεκτρολόγοι, οι ηχητικές εταιρείες βαράνε κανόνι, ωδεία κλείνουν, ορχήστρες διαλύονται, οργανισμοί σαν το Μέγαρο Μουσικής, παρά τις μεγάλες προσπάθειες πολλών, στέκονται προβληματισμένοι και αμήχανοι μπροστά στο πρόβλημα. Είναι φυσιολογικό, όλοι ξαφνιασμένοι είμαστε, σαν παιδιά που μόλις τους πήραν το παιχνίδι μέσα απ τα χέρια. Πρέπει όμως να επινοήσουμε τα δικά μας παιχνίδια. Και μάλιστα σύντομα. Θα είναι φτηνά και χειροποίητα, μα θα είναι δικά μας και θα μας συντροφέψουν μέσα στα δύσκολα χρόνια που έρχονται. Γιατί η μιζέρια, που φοράει κοροϊδευτικά τα κυριλέ, κιτσάτα ρούχα μας από τη γκαρνταρόμπα των προηγούμενων χρόνων, ετοιμάζεται να σβήσει όποια φλογίτσα μας απέμεινε. Και τότε θα έρθει η πραγματικά μεγάλη, ανυπολόγιστη πολιτιστική φτώχεια. Και αν τα οικονομικά μας σε είκοσι χρόνια είναι καλύτερα, λίγη σημασία θα έχει αν δεν υπάρχει πολιτισμός. Κι όταν λέμε πολιτισμός, δεν εννοούμε την επιδεικτική έξοδο, ούτε τη «νυχτερινή διασκέδαση» των Σαββατοπεθαμένων ζόμπι-καταναλωτών».
 

 «Η μοιρασιά είναι πολιτική πράξη»
             
                      
Τον περασμένο χειμώνα αντέδρασες σ' ό,τι συμβαίνει μένα εξαιρετικό πολυθέαμα στο Θέατρον. Αυτή οφείλει να είναι ουσιαστικά και η απάντηση του πολιτισμού; Ποιότητα απέναντι σόσους σκεφτονται ότι δεδομένων των συνθηκών οι παραστάσεις είναι πολυτέλεια;
«Δεν είναι θέμα αντίδρασης. Υποχρέωση του καθένα, και οπωσδήποτε του καλλιτέχνη, είναι να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Όχι για να παράξει αριστουργήματα, αλλά μόνο για να μην πηγαίνει η ζωή τσάμπα. Αυτό ισχύει για τις «εύκολες», ισχύει και για τις «δύσκολες» εποχές. Δεν χρειάζεται να κάνεις πολιτική τέχνη για να προσφέρεις, όταν τα πράγματα είναι άγρια. Αρκεί να κάνεις αυτό που κάνεις όσο καλύτερα μπορείς, ακολουθώντας το δρόμο σου. Αυτό είναι το μόνο που μπορείς πραγματικά να μοιραστείς. Και η μοιρασιά δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια αναγκαία, πολιτική πράξη. Ιδιαίτερα σε εποχές που, αν δεν μοιραστούμε ό,τι καλύτερο έχουμε, δεν τη βγάζουμε».

Εσύ προσωπικά πάντα πρόσεχες τα live σου και διατηρούσες προσιτές τις τιμές των εισιτηρίων. Αισθάνθηκες παρόλα αυτά αναγκασμένος να αναπροσαρμόσεις ακόμα περισσότερο ο,τι μπορεί να θεωρούσες δεδομένο;
«Τα εισιτήρια των συναυλιών στην Ελλάδα ήταν πάντα πολύ φτηνότερα από τα αντίστοιχα στο εξωτερικό, παρά τα μεγάλα έξοδα κάθε συναυλίας και τους πολλούς φόρους. Παρ όλα αυτά, νομίζω πως όλοι αισθανόμαστε την υποχρέωση να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά ώστε να κατέβουν κι άλλο. Αυτό επηρεάζει τις αμοιβές όλων των συνεργατών και όχι μόνο των τραγουδιστών, αλλά είναι αναγκαίο να γίνει. Όχι μόνο για να συνεχίσουμε οι μουσικοί να έχουμε κοινό, αλλά και για να μην καταντήσουν οι συναυλίες είδος πολυτελείας».


Επιστροφή στο χάος...
                                 

Διανύσαμε μία...ταραχώδη προεκλογική περίοδο. Το ενδιαφέρον σε ό,τι σε αφορά είναι ότι την έζησες κατά το ήμισυ εντός Ελλάδας και κατά το ήμισυ εκτός, λόγω των εμφανίσεών σου σε Αγγλία, Σκωτία, ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλία και Γερμανία. Αυτό σε βόηθησε να αποστασιοποιηθείς, να παραμείνεις ψύχραιμος;
«Μ έβρισκα τις νύχτες, σε δωμάτια ξενοδοχείων του εξωτερικού, να ψάχνω στο ίντερνετ για το τι συνέβη σήμερα στην Ελλάδα, διαβάζοντας άρθρα που λίγο  ενδιαφέρουν αυτούς που συναντούσα και συναναστρεφόμουν εκεί κάθε μέρα. Αλλάζει ο άνθρωπος... Πριν χρόνια, όπου ταξίδευα ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Σήμερα πια, όλα γύρω μου λένε «δεν είσαι από δω, αλλού είν το σπίτι σου». Και το σπίτι μου είναι μια διαλυμένη χώρα, τσακισμένη, με δυσοίωνο κοινωνικό μέλλον. Τώρα μαθαίνω πως την αγαπώ πραγματικά. Ενώ τόσα χρόνια έλεγα «θα φύγω από δω», σήμερα με βλέπω έκπληκτος να την επιλέγω συνειδητά σαν τόπο μου, για να ζήσω και να πεθάνω. Και σαν μέρος που θα μεγαλώσουν τα παιδιά μου. Ελπίζοντας βέβαια να με συγχωρέσουν...»

Στις 17 Ιουνίου, ημέρα εκλογών, βρισκόσουν στην Γερμανία.
«Επέστρεφα από τη Γερμανία, μέσω Γαλλίας, στην Ελλάδα. Δεν πρόλαβα να ψηφίσω. Παλιά, όταν ήταν υποχρεωτικό δικαίωμα η ψήφος, κανόνιζα τις συναυλίες μου στο εξωτερικό ώστε να απουσιάζω. Τώρα που έγινε προαιρετική υποχρέωση, τώρα που ήθελα στ αλήθεια να ψηφίσω, έλειπα. Διέσχιζα με τρένο αυτές τις δύο κομβικές για την περίπτωσή μας χώρες, κοιτώντας απ το τζάμι τα γραφικά, πεντακάθαρα, καλοχτενισμένα χωριουδάκια τους, για να φτάσω εδώ, στο χάος, ουρανοκατέβατος και αμέτοχος, κατόπιν εορτής».

Ο,τι περνάμε γκρέμισε όλες μας τις βεβαιότητες. Εσύ λόγω καταγωγής είχες μάθει εγκαίρως τί θα πει «χάνω απρόβλεπτα ό,τι νόμιζα σταθερό στην ζωή μου». Μπορούμε να θεωρήσουμε λοιπόν ότι ήσουν περισσότερο προετοιμασμένος ή ώριμος να αντιμετωπίσεις το απρόβλεπτο;
«Ίσως. Ή μάλλον όχι: Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να ξεχνά εύκολα, δημιουργώντας νέες βεβαιότητες στο πόδι. Θέλω να πω, η γιαγιά μου η Ευανθία ήταν τουρκόφωνη, πρόσφυγας από τα Άδανα της Μικράς Ασίας. Η άλλη μου γιαγιά, η Θάλεια, ήταν πρόσφυγας από την Κυθραία της Κύπρου. Αγράμματες και πάμφτωχες και οι δύο. Και χήρες. Ο ένας παππούς, ο Φίλιππος, επίσης πρόσφυγας Μικρασιάτης, σκοτώθηκε από τους Βούλγαρους εθνικιστές στη Δράμα, ενώ ο άλλος παππούς, ο Ανδρόνικος, σκοτώθηκε στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου από τους Ναζί. Οι γονείς μου μεγάλωσαν ορφανοί και πάμφτωχοι. Ανέθρεψαν τα παιδιά τους στην αβεβαιότητα της μεταπολεμικής Κύπρου. Ο ίδιος, πέρασα τα παιδικά μου χρόνια και την εφηβεία μου εκεί, χωρίς καμιά σιγουριά πως την επόμενη μέρα ο τουρκικός στρατός θα είναι ακόμη πίσω από την πράσινη γραμμή και όχι μέσα στο σπίτι. Την περίοδο της οικονομικής ανάπτυξης της Κύπρου, εμείς είχαμε μεγάλα, μακροχρόνια οικογενειακά χρέη, που στοίχιωναν τη ζωή με το μόνιμο, μηνιαίο άγχος της δόσης. Στα εικοσιτρία χρόνια που ζω στην Ελλάδα, έλεγα καθημερινά πως, δεν μπορεί, σύντομα αυτή η χώρα θα καταρρεύσει. Και με κάθε δίσκο που παρέδιδα έτοιμο στη δισκογραφική εταιρεία, άκουγα πως «ως εδώ ήτανε, τέλειωσες, μ αυτό τον δίσκο καταστράφηκες». Κι όμως, ερχόμενος από μια εθνική, οικογενειακή και προσωπική παράδοση απόλυτης αβεβαιότητας, με πιάνω ξαφνιασμένο και απροετοίμαστο! Δυστυχώς ή ευτυχώς, καμιά εμπειρία, καμιά πρόβλεψη και καμιά προειδοποίηση δεν ισοδυναμεί ποτέ με την αμετάκλητη, χειροπιαστή παρουσία του γεγονότος».

     
«Χαρακτηρίστηκα από Ανθελληνικό ανθρωπάριο, μέχρι Εθνικός καλλιτέχνης»


Πολλοί διάβασαν το κείμενό σου-απάντηση στον Άγγλο, που σου είπε We blame you για ό,τι συμβαίνει στην οικονομία τους. Στο εξωτερικό αντιμετωπίζεις αυτή την επιθετικότητα ή έστω καψυποψία και επιφυλακτικότητα;
«Ναι, αν και συνήθως με το γάντι. Πολύ λίγες φορές αντιμετώπισα καθαρή επίθεση. Το πιο ενοχλητικό είναι να σε βλέπουν σαν θέαμα στο τσίρκο: «Ουάου, αυτός ο τύπος τραγουδάει ωραία και μιλά σωστά, παρ όλο που είναι Έλληνας!» Από την άλλη, για να λέμε την αλήθεια, βρίσκεις συνεχώς ανθρώπους που πραγματικά ενδιαφέρονται να δουν τη δική σου οπτική και να τη συνυπολογίσουν στις απόψεις τους. Από απλούς, λαϊκούς ανθρώπους σε μια μπυραρία της Γλασκώβης, μέχρι και κάποιους δημοσιογράφους του BBC ή της Liberation».

Σ' αυτό το κείμενο υπήρξες ακριβοδίκαιος: Δεν αθώωσες κανέναν. Ούτε τους ξένους, ούτε εμάς. Μάλλον σπάνια αντιμετώπιση καθώς άλλοι αντιμετωπίζουν τους ξένους ως εν δικαίω εκ προοιμίου κι άλλοι ο,τιδήποτε ελληνικό ως υπεράνω κριτικής. Παρεξηγήθηκε το κείμενό σου; Είχες ακραίες αντιδράσεις και παρερμηνείες που δεν θα ήθελες να έχεις;
«Χαρακτηρίστηκα από «Ανθελληνικό ανθρωπάριο», μέχρι «Εθνικός καλλιτέχνης». Το δεύτερο, για να είμαι ειλικρινής, με πείραξε περισσότερο. Το γεγονός πάντως πως, ένα κείμενο που δεν λέει τίποτα καινούργιο, διαβάστηκε και συζητήθηκε τόσο, λέει πολλά για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Εγώ το ανάρτησα στην προσωπική μου ιστοσελίδα, που διαβάζεται από λίγους ανθρώπους που παρακολουθούν τα επί σκηνής και άλλα παθήματά μου χρόνια τώρα και ξέρουν πώς σκέφτομαι και πώς πράττω. Το τράβηξαν από κει διάφοροι, το έκοψαν, το έραψαν στα μέτρα τους, του έδωσαν τίτλους που δεν είχε και το περιέφεραν από δω κι από κει, κουτσουρεμένο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες ή στις απόψεις τους. Ήταν παράξενο για μένα, που έχω μάθει να εκφράζομαι κυρίως μέσα από στίχους και μουσικές. Μεταφρασμένο πάντως στα αγγλικά, λειτούργησε θετικά όσον αφορά την οπτική κάποιων ξένων στα προβλήματά μας, κι αυτό ίσως είναι αρκετό».

Τι σκέφτεσαι για την άνοδο της Αριστεράς;
«Χαίρομαι για την άνοδο της Αριστεράς. Θα προτιμούσα όμως, μια τέτοια άνοδος να προκύπτει από την εξέλιξη της κοινωνίας και όχι από τη διάλυσή της. Από την ιδεολογική συμπόρευση με τις ιδέες και με τους αγώνες της μέσα στα χρόνια, εδώ και σε όλο τον κόσμο, μέσα από προσωπικές και συλλογικές διεργασίες άλλες, και όχι επειδή στριμωχτήκαμε τελευταίως και δεν έχουμε πού την κεφαλή κλίναι. Μια τέτοια άνοδο, αρκετά ευκαιριακή και περίπου αναγκαστική, όσο και να τη χαίρομαι, τη φοβάμαι. Γιατί προκύπτει από την απελπισία που ζητά άμεση λύτρωση, και που δεν έχει την προεργασία, την υπομονή και τη βαθειά επιθυμία να δει τον κόσμο αλλιώς. Όσο απαίδευτα ψηφίζει κανείς την Αριστερά σήμερα, άλλο τόσο εύκολα θα της χρεώσει σύντομα τις δυσκολίες, ή θα της φορτώσει τα κολλήματά του, επιστρέφοντας πιθανότατα στα γνωστά. Πάντως, έτσι γίνονται πάντα οι αλλαγές στον κόσμο, από ανάγκη».




 «Οι εθνικιστές σφάζουν ξένους και δεν μας πολυ-νοιάζει, εμάς τους κατ ευφημισμόν δημοκράτες»


Και για την Χρυσή Αυγή και όσα ακραία έχουμε ζήσει τί σκέφτεσαι;
«Όσον αφορά το ποσοστό της Χρυσής Αυγής, δεν με ξαφνιάζει. Ποτέ δεν πίστεψα πως οι ταγματασφαλίτες, οι γερμανοτσολιάδες, οι φασίστες, οι παλαιοναζί, οι νεοναζί, οι στρατολάγνοι, οι Εοκαβητατζίδες, οι Χίτες και οι χουντικοί ήταν πολύ λιγότεροι σ αυτό τον τόπο. Στεγάζονταν αλλού, ας πούμε στη ΝΔ, ή στο ΛΑΟΣ. Γιατί η επίσημη Δεξιά, φιλοξένησε ευχαρίστως χρόνια τώρα αυτές τις τάσεις, ενώ εξακολουθεί να φιλοξενεί, σε ψηλές μάλιστα θέσεις, ανθρώπους των οποίων οι απόψεις δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά από αυτές των Χρυσαυγιτών, παρά μόνο παρουσιάζονται δημόσια με πιο επιδέξιους, και άρα πολύ πιο επικίνδυνους τρόπους. Τους βλέπουμε όλους σήμερα να αυτοαποκαλούνται «Κεντροδεξιοί», σαν να παραδέχονται πως το να είσαι Δεξιός είναι κουσούρι. Εδώ, αποκαλούν κεντροδεξιό τον Καρατζαφέρη, που τον εκδικήθηκε πρόσφατα ο ακροδεξιός του ψηφοφόρος, τραβώντας το σίδερο απ την πρίζα την ώρα που αυτός σιδέρωνε το πρωθυπουργικό κουστούμι που θα φορούσε σύντομα, όπως ο ίδιος έλεγε, και στερώντας μας έτσι τη δυνατότητα να ξαναπάρουμε μαζί του την Πόλη, όπως ο ίδιος έλεγε επίσης. Οι Χρυσαυγίτες προετοιμάζονταν χρόνια. Τώρα που αγριεύει κι άλλο το πράμα, ήρθε η ώρα τους να ακουστούν. Κι αυτό το φροντίζουν, ανάμεσα σε άλλους, διάφοροι δημοσιογράφοι που το παίζουν έκπληκτοι και αηδιασμένοι, ενώ ταυτόχρονα τους προσκαλούν στις εκπομπές τους, τούς παίρνουν συνεντεύξεις, προσπαθούν δήθεν να τους στριμώξουν κάνοντας ερωτήσεις στις οποίες ξέρει πώς πρέπει να απαντήσει ακόμη κι ένας απόφοιτος χρυσαυγήτικου νηπιαγωγίου, απροετοίμαστοι και αδιάβαστοι οι ίδιοι, ανεβάζοντας την τηλεθέαση και κατεβάζοντας κι άλλο το επίπεδο της ζωής μας. Κι ακόμη δεν είδαμε τίποτα: Τώρα οι εθνικιστές σφάζουν ξένους και δεν μας πολυ-νοιάζει, εμάς τους κατ ευφημισμόν δημοκράτες. Αύριο θα σφάζουν όποιον επιτελεί, κατά τη γνώμη τους πάντα, «ανθελληνικό έργο». Τότε θα αρχίσουμε να σιωπούμε, θα σκεφτόμαστε «έχω τρία παιδιά, άστο καλύτερα», και όλο και θα βαραίνει ο ουρανός. Έρχονται ωραίες εποχές...»
 
Κρίση αντιμετωπίζει και η Κύπρος. Φοβάσαι ότι οι εξελίξεις θα αποδυναμώσουν ακόμα περισσότερο την πιθανότητα για μία δίκαιη επίλυση του κυπριακού;
«Δεν υπάρχει δίκαιη λύση του κυπριακού. Δυστυχώς, υπάρχουν μόνο περισσότερο ή λιγότερο «συμφέρουσες» λύσεις. Ας μη μιλάμε όμως για δικαιοσύνη, είναι υποκριτικό. Τώρα, το αν η οικονομική κατάσταση θα μας αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να δεχτούμε όρους που αλλιώς δεν θα συζητούσαμε, ελπίζω πως δεν θα συμβεί. Τόσα χρόνια που όλοι θησαύριζαν, όλο λάθη γίνονταν. Η οικονομική ευμάρια δεν φέρνει πάντοτε εθνικές νίκες. Ούτε και η φτώχια μόνο ήττες. Με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, πολλοί φοβήθηκαν πως η Κύπρος θα χαθεί, αφού αποδυναμώνεται ο κύριος σύμμαχός της. Ποτέ δεν έτρεφα ελπίδες πως η Ελλάδα θα σώσει την Κύπρο. Όποτε το επιχείρησε, μόνο φασαρίες είχαμε. Τους Κύπριους, αυτό είναι κυρίως που τους κάνει Έλληνες: Επιμένουν να σώζουν ένα πρόσωπο της Ελλάδας αρχαίο, βαθύ και αληθινό, παρά τις μαλακίες της μαμάς τους (για τις δικές τους θα τα πούμε άλλη ώρα). Το πρόβλημα τα τελευταία χρόνια, είναι πως οι Κύπριοι παίρνουν τα χειρότερα χαρακτηριστικά των Ελλαδιτών, χωρίς τα καλά τους. Ελπίζω πως, αφότου η Ελλάδα θα έχει ξεπεράσει τον κακό της εαυτό, δεν θα εξακολουθήσει η Κύπρος να τον διασώζει στον αιώνα τον άπαντα, σαν σπουδαία εθνική κληρονομιά».