
Μη κοιτάζεις έτσι, απορημένος, παππού. Ναι, ο εγγονός σου είναι αυτός που εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή. Μεγάλο πράγμα η τεχνολογία, παππού. Δεν είναι εργαλείο του διαβόλου το ίντερνετ.
Αν μπορούσα να σου μάθω να σερφάρεις, θα μάθαινες πράγματα θαυμαστά. Για τα εγγόνια σου, για τα παιδιά σου, ακόμα και για τον ίδιο σου τον εαυτό.
Παππού, πού να σου τα λέω. Χάζευα σήμερα σε αυτό το «ιντρενέτ» που λες κι εσύ, και άκου να δεις τι έμαθα.
Έμαθα ότι κάποτε με πλάκωσε στο ξύλο ένας μαντράχαλος με μπόι δυό μέτρα. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, λέει, αλλά τώρα μαθεύτηκε. Που ποτέ δεν με πλάκωσε κανένας εμένα, παππού, ούτε μαντράχαλος ούτε λιανός.Του ζήταγα, λέει, συγγνώμη και έλεος. Αλλά αυτός ο κακούργος με είχε πιάσει από το λαιμό και ήθελε να με φάει. Δεν θα το θυμόμουν μωρέ παππού, αν μου είχε τύχει τέτοιο κακό; Δεν έφτασα δα στα 90 για να ξεχνάω όπως εσύ.
Και να σου πω το πιο αστείο, παππού; Αυτός ο μαντράχαλος που υποτίθεται ότι με καταχέριασε είναι φίλος μου καλός. Ούτε «μα» δεν μου είπε ποτέ. Όχι μόνο μου έδωσε πολλές συνεντεύξεις, αλλά κάποτε με κοίμισε και στο σπίτι του, στο εξωτερικό. Για να μη πληρώνω ξενοδοχείο. Λες να με πλάκωσε στο ξύλο και να μη το θυμάμαι;
Κυκλοφορούν ανόητοι εκεί έξω, παππού. Εκεί που κάθονται στον καναπέ τους και λένε «ναχα κι εγώ μια γκόμενα μήπως ξελαμπικάρω», αποφασίζουν ξαφνικά να σκαρφιστούν μία ανύπαρκτη ιστορία και τη λανσάρουν και στο ίντερνετ, για να κάνουν θόρυβο.Τι σημασία έχει που την έβγαλαν από το μυαλό τους; Σημασία έχει να γίνει τζέρτζελο.
Όταν βρουν τα φιλαράκια, αν έχουν βέβαια, θα πουλήσουν και μούρη, καλέ μου παππού. «Του έκανα τα μούτρα κρέας, του μπήξα, του δείξα. Η μπαρούφα που κατέβασα από την κεφάλα μου κυκλοφορεί τώρα σε όλα τα σάητ. Δεν θα μπορεί να πατήσει στο γήπεδο τώρα ο αλήτης, ο ρουφιάνος, ο έτσης, ο γιουβέτσης».
Σάμπως υπάρχει κανένας έλεγχος στα σάητ, παππού; Και μήνυση να θες να κάνεις, δεν ξέρεις πού να στείλεις το δικηγόρο. Ολοι ανώνυμοι κυκλοφορούν στο ίντερνετ, παππού. Χωρίς όνομα, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς διεύθυνση. Μόνο εγώ ο βλάκας κυκλοφορώ με το ονοματάκι μου. Και κάτι άλλοι βλάκες σαν εμένα.Ήταν κάποτε θυμάμαι ένας κουραδόμαγκας που κρυβόταν πίσω από ένα ψευδώνυμο και πέταγε λάσπες μία εδώ, μία εκεί, μία παρέκει. Και όπου πιάσει. Πίστευε ότι θα έβγαζε και χαρτζηλίκι έτσι. Ωσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Παράξενο πράγμα, ε; Του είχα φτιάξει ένα φάκελο, μούρλια. Για να μάθει τι εστί βερύκοκο.
Τζάμπα κόπος όμως, παππού. Οταν ο δικηγόρος ρώτησε πού πρέπει να στείλει την πανταχούσα, του είπαν κάτι για τρωκτικό. Μόλις το άκουσε, ξέρασε πάνω στα χαρτιά και τα πέταξε στα σκουπίδια. Δεν ξέρω γιατί.
Έτσι που λες, παππού. Ζούνε και σήμερα τρωκτικά. Γεμάτοι είναι οι υπόνομοι. Τα περισσότερα από αυτά ξέρουν και από κομπγιούτερζ. Δεν είδες στην τηλεόραση που έμαθαν μια μαϊμού να γράφει στον υπολογιστή; Ε, το ίδιο πράγμα είναι. Πετάνε τη μπανανόφλουδα στο πάτωμα και όποιος γλιστρήσει. Αθώος, ένοχος, όλοι στο «ιντρενέτ» ίδιοι είναι. Τροφή για τα αόρατα θηρία.Γιαυτό σου λέω, άστο το ρημάδι το ίντερνετ, τώρα στα γεράματα. Μη ταλαιπωρείς το κουρασμένο μυαλουδάκι σου. Εργαλείο του διαβόλου είναι τελικά.