ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΜΕ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ, ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ;

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΜΕ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ, ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ;

Από το Μνημόνιο και μετά, καλεί με κάθε ευκαιρία σε αντίσταση.


Μπορεί «η πραγματική αντίσταση σε όλο αυτό που μας συμβαίνει» να ξεκινάει από μία συναυλία στο Ηρώδειο, με τιμές εισιτηρίων μεταξύ 40- 15 ευρώ (και 10 τα φοιτητικά);
Να που έγκειται μια παραδοξότητα η οποία αφορά τον σπουδαίο βεβαίως Μίκη Θεοδωράκη. Η συναυλία του, κατεξοχήν συμβολικού και ταυτισμένου με την εποποιία της Αριστερής σκέψης και θέσης, «Κάντο Χενεράλ» με την ποίηση του Πάμπλο Νερούδα, θα γίνει στις 17 Ιουλίου, ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών, με παραγωγό το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και σολίστ τους «ιστορικούς» ερμηνευτές του έργου, Μαρία Φαραντούρη και Πέτρο Πανδή. Συμμετέχουν επίσης οι χορωδίες της ΕΡΤ και του δήμου Αθηναίων, 15μελής ορχήστρα διακεκριμένων σολίστ υπό τον Λουκά Καρυτινό και ο ηθοποιός Τάσος Νούσιας που θα διαβάσει αποσπάσματα του ποιήματος του Νερούδα στην ελληνική μετάφραση της Δανάης Στρατηγοπούλου. Μέχρι εδώ καλά.

 Υπό αυτές τις συνθήκες η συναυλία γίνεται με τους όρους που έχουμε συνηθίσει να παρουσιάζονται κατά καιρούς στο Ηρώδειο τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Με την κάπως ακαδημαϊκή και καθωσπρέπει πατίνα που υποβάλλει ένας χώρος στον οποίο ένα μέρος του κοινού (και κυρίως αυτό που έχει πληρώσει για τις καλές θέσεις) συνηθίζει να πηγαίνει ακόμα, φορώντας τα καλά του-κυριολεκτικά και μεταφορικά.


Η επιδίωξη των διοργανωτών ήταν, όμως, αυτή τη φορά να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι αυτή η συναυλία γίνεται για έναν πολύ ιδιαίτερο λόγο: Την 40η επέτειο από την μελοποίηση του ποιήματος του Νερούδα από τον Μίκη στο Παρίσι το 1972 και την 38η επέτειο από την πρώτη συγκλονιστική του παρουσίαση στην ελεύθερη πια Ελλάδα το 1975 στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Ειδικά ο Μίκης μάλιστα σ' αυτή την διπλή επέτειο που «στεφανώνει» αλλιώς την εκδήλωση στο Ηρώδειο, είδε ένα ξεκάθαρο σύγχρονο πολιτικό μήνυμα. Και αυτό θέλησε να τονίσει συστήνοντας την συναυλία ως «ένα ξεχωριστό πολιτικό γεγονός, ειδικά αυτή τη στιγμή που η χώρα μας περνά μια δύσκολη περίοδο, όπου στην πρώτη γραμμή βρίσκονται κυρίως τα οικονομικά και κοινωνικά θέματα. Έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα», σχολίασε ακόμα, «οι πραγματικές αντιστάσεις του λαού, η τέχνη δηλαδή -εκεί που είμαστε πραγματικά πρωτοπόροι και δεν φοβόμαστε κανέναν-, η οποία είναι η πραγματική ασπίδα για τον ελληνικό λαό. Αυτό αρχίζει να γίνεται κατανοητό από διάφορες ομάδες καλλιτεχνών. Αρχίζει να ξυπνά μια ιδεολογία. Τελειώνει η περίοδος της σιγουριάς και της υπνηλίας ()». Είπε και άλλα. Και κυρίως: «Η κρίση είναι μια αρρώστια που μεταδίδεται. Πρέπει να βρεθεί κάποιος να πει ότι δεν θέλουμε να έχουμε σχέση με όλο αυτό το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Που πήγε η εθνική μας περηφάνια; Αυτή η συναυλία είναι το πρώτο βήμα μιας πραγματικής αντίστασης σε όλο αυτό που μας συμβαίνει».

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τα λέει αυτά ο Μίκης, εκφράζοντας μία σαφή πολιτική άποψη. Αντίθετα. Από το Μνημόνιο και μετά, καλεί με κάθε ευκαιρία σε αντίσταση. Φυσικά και οι δηλώσεις, οι προσκλήσεις, οι αναλύσεις και οι επισημάνσεις, όταν μάλιστα προέρχονται από προσωπικότητες τέτοιου κύρους, έχουν αξία. Έχω την εντύπωση όμως πως η εποχή απαιτεί περισσότερο από ποτέ έμπρακτες αποδείξεις. Ο Μίκης ως ένα πρόσωπο-σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού με διεθνή ακτινοβολία, θα είχε την πολυτέλεια να διοργανώσει αυτή την συμβολική συναυλία του «Κάντο Χενεράλ» με άλλους όρους, οι οποίοι μάλιστα θα προέβαλαν το μήνυμα που ο ίδιος θέλει να στείλει, πολύ ευθύτερα, αμεσότερα και πιο μαζικά. Φαντάζεστε π.χ. τη διοργάνωση του «Καντο Χενεράλ» στη Ρωμαϊκή Αγορά με ελεύθερη είσοδο για τον κόσμο; Φαντάζεστε τη φόρτιση και τη δυναμική που θα είχε η ακρόαση αυτού του έργου, σε τέτοιες συνθήκες, εκείνη τη βραδιά; Την πραγματική καλλιτεχνική και ηθική προσφορά που θα υπαινισσόταν αλλά και θα υποδείκνυε μια τέτοια κίνηση; Ποιος από τους συντελεστές θα απέκλειε την δωρεάν συμμετοχή του, ξεκινώντας μάλιστα από τον Πανδή και την Φαραντούρη που είναι εγνωσμένης ψυχικής γενναιοδωρίας;

«Λαϊκίστικη άποψη» θα σπεύσουν να πουν κάποιοι. Τους προλαβαίνω ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είμαι καθόλου υπέρ της νομιμοποίησης του «τζάμπα» στην τέχνη, με επιχείρημα την κρίση. Ούτε οπαδός της άποψης που θέλει τους καλλιτέχνες να αναζητούν άλλους τρόπους επιβίωσης προσφέροντας δωρεάν τη δημιουργία τους. Εδώ μιλάμε όμως για άλλα μεγέθη και για έναν έκτακτο συμβολισμό. Εάν ο Μίκης ήθελε πραγματικά το «Κάντο Χενεράλ» να λειτουργήσει παρηγορητικά ή ως λειτουργία ανάτασης υπέρ όσων  δοκιμάζονται, θα μπορούσε να το επιδιώξει με διαφορετικούς όρους. Άλλωστε δε νομίζω ότι ο ίδιος συγκαταλέγεται στους καλλιτέχνες που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν μια φορά κάτι, αφιλοκερδώς. Και τότε θα είχε και η επισήμανσή του περί της πραγματικής αντίστασης και του ρόλου της τέχνης σ' αυτήν άλλη έννοια και άλλη υποδοχή.

 Με δυο λόγια «ή τώρα ή ποτέ..», όπως λέει κι ο Σταμάτης Κραουνάκης που είναι απ' όσους τολμούν και ασκούν εμπράκτως αυτό τον καιρό φιλολαϊκή και αισθητικά υψηλή πολιτιστική πολιτική. Αναφέρεται στον ρόλο τον οποίο καλείται να παίξει η τέχνη αυτή την περίοδο και στο ποσοστό ευθύνης  που, βάσει «εκτοπίσματος» και δυνατοτήτων, αναλογεί σε κάθε δημιουργό. Δη, κατά την άποψή μου, σε όσους λατρεύτηκαν δικαίως τόσο, ώστε να χουν ανταμειφτεί γενναιόδωρα πρώτα-πρώτα απ' τον ίδιο τον κόσμο. Σε όσους κέρδισαν το προνόμιο να ζουν πιο άνετα από άλλους και γι' αυτό μπορούν ευκολότερα τώρα να προσφέρουν ως αντίδωρο κάτι πραγματικά πολύτιμο, χωρίς μάλιστα αυτό να προέρχεται από το «υστέρημά» τους.