
O 5oς προημιτελικός με τη Μακάμπι ήταν, εν τέλει, το highlight του περυσινού Παναθηναϊκού, μαζί με τον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας.
Μολονότι συνοδεύτηκε από καρδιοχτύπια, είχε αίσιο τέλος και έστειλε τους «πράσινους» στο φάιναλ-φορ της Κωνσταντινούπολης, λίγο πριν το νομοτελειακό φινάλε της εποχής Ομπράντοβιτς. Ηταν, κατά κάποιον τρόπο, το ύστατο χειροκρότημα. Μία λαμπερή βραδιά θριάμβου.
Θα μπορούσε, όμως, να εξελιχθεί σε νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Ημουν στο ΟΑΚΑ εκείνη τη βραδιά και δεν πίστευα στα μάτια μου. Οι υπεράριθμοι που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο -και με απόλυτη ευθύνη της διοίκησης του Παναθηναϊκού- τρύπωσαν στο στάδιο θα πρέπει να ξεπερνούσαν τους 5.000. Γνωρίζω προσωπικά πολλούς φιλάθλους που προτίμησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να παρακολουθήσουν τον αγώνα από την τηλεόραση, μολονότι είχαν χρυσοπληρώσει τα εισιτήριά τους.

Η ασφάλεια όσων συνωστίστηκαν εκείνο το ζεστό βράδυ στο κλειστό του ΟΑΚΑ κρεμόταν από μία λεπτή κλωστή. Με το παραμικρό κρούσμα πανικού, θα θρηνούσαμε θύματα. Πολλά θύματα. Ίσως και χιλιάδες. Εγραψα τότε καυστικά κείμενα, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να στηλιτεύσω την αδιαφορία όσων εμπλέκονταν στη διεξαγωγή του αγώνα. «Φτάσαμε στο σημείο να ευχόμαστε το απευκταίο, μήπως και συγκινηθεί επιτέλους κάποιος αρμόδιος», ήταν η κατακλείδα μου. Μέσα στην απέραντη σοφία του, ο νεοέλλην οπαδός θεώρησε αυτή τη στάση ως ...ευθεία επίθεση ενάντια στο λαό του Παναθηναϊκού!
Λες και ξεχωρίζει χρώματα ο Αγιος Βαρθολομαίος, λες και θα έγραφα κάτι διαφορετικό αν συναντούσα τις ίδιες συνθήκες μαζικής καταστροφής σε άλλο γήπεδο. Λες και ήμουν εγώ αυτός που υπέγραφε την πιθανή θανατική καταδίκη τόσων ανθρώπων. «Στο εξής, θα κάνω το κορόιδο», είπα μέσα μου. Τη συνείδησή μου, άλλωστε, την έχω ήσυχη. Πέρασαν έκτοτε τρεις μήνες και πέντε «αιώνια» ντέρμπι στο μπάσκετ. Ευτυχώς για όλους, οι καυτές βραδιές κύλησαν χωρίς παρατράγουδα και χωρίς φαινόμενα σαν αυτό του αγώνα Παναθηναϊκού-Μακάμπι.

Η σεζόν ολοκληρώθηκε και οι πρωταγωνιστές της σκόρπισαν στους πέντε ανέμους. «Πάει, την πηδήξαμε και τούτη τη χρονιά», σκέφτηκα. Αλλά η Ελλάδα του 2012 είναι, όλη, ένα γήπεδο. Ένα γήπεδο όπου τα πάντα επιτρέπονται και ουδείς λογοδοτεί για ο,τιδήποτε. Την περασμένη Δευτέρα ανηφόρισα στο θέατρο του Λυκαβηττού για την πολυαναμενόμενη συναυλία του Morrissey. Το ίδιο δρομολόγιο ακολούθησαν χιλιάδες φίλοι της σύγχρονης ροκ μουσικής, αρκετοί εκ των οποίων θα διαβάζουν αυτό το κείμενο. Πόσες χιλιάδες; Τρεις; Τέσσερις; Πέντε; Ή μήπως δέκα και δεκαπέντε; Μπήκαν όλοι μέσα.
Με εισιτήρια ή χωρίς, δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Δεν ξέρω αν η διοργανώτρια εταιρία έκοψε υπεράριθμα ούτε αν μοιράστηκαν εκατοντάδες προσκλήσεις ούτε αν οι σεκιουριτάδες έβγαλαν χαρτζιλίκι στις εισόδους κάνοντας τα στραβά μάτια. Εχω παρακολουθήσει πάμπολλες συναυλίες στο Λυκαβηττό, αλλά τέτοιο χαλασμό δεν έχω ξαναδεί. Οι κερκίδες γέμισαν μέχρι ασφυξίας, οι σκάλες και οι διάδρομοι καταργήθηκαν, ενώ η σαρδελοποίηση στην «αρένα» δεν άφηνε σπιθαμή χώρου για αναπνοή. Στο μικροσκοπικό μπαρ έπεφταν κορμιά, στις τουαλέτες πατείς με πατώ σε, στο διάδρομο της εισόδου η ανθρώπινη μάζα ήταν ανεπανόρθωτα παστωμένη. Με σαράντα βαθμούς θερμοκρασία. Νερό δεν υπήρχε πουθενά, αφού τα πλαστικά μπουκαλάκια αποτελούσαν απαγορευμένο καρπό.

Και βέβαια η συναυλία έγινε κανονικά. Επαναλαμβάνω, στο Λυκαβηττό. Στο ίδιο θέατρο που το 2008 έκλεισε επειδή παρατηρήθηκαν προβλήματα στη στατικότητά του, αλλά την επόμενη χρονιά ξανάνοιξε χωρίς να μεσολαβήσουν εμφανείς βελτιώσεις. Διαβάστε εδώ, για να μη λέτε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου: εδώ. Εξι χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία εμφάνιση του Morrissey στην Ελλάδα. Εγώ όμως άκουγα τον αριθμό «έξι» και σκεφτόμουν άλλα σκηνικά, μακάβρια, όσο διαρκούσε η κατά τ' άλλα απολαυστική συναυλία. Εξι Ρίχτερ. Εξι χιλιάδες νεκροί. Ή μία πυρκαγιά. Ένα βραχυκύκλωμα. Ένας καυγάς. Ένας πανικός. Θύρα επτά. Ευτυχώς, ο Αγιος Βαρθολομαίος κοίταξε και αυτή τη φορά αλλού. Όταν βέβαια αποφασίσει να ασχοληθεί και αυτός με τη χρεωκοπημένη ψωροκώσταινα, θα μας υποχρεώσει να πληρώσουμε πολύ βαρύ τίμημα. Σε γήπεδο ή σε θέατρο ή ποιος ξέρει πού αλλού.
Από το Novasport