Freak on a leash
Something takes a part of me
Something lost and never seen
Every time I start to believe
Something's raped and taken from me, from me
Life's kinda always been messing with me
You wanna see the light?
Can't they chill and let me be free?
So do I
Can't I take away all this pain?
You wanna see the light?
I try to every night, all in vain, in vain
Sometimes I cannot take this place
Sometimes it's my life I can't taste
Sometimes I cannot feel my face
You'll never see me fall from grace
Something takes a part of meYou and I were meant to be
A cheap f*** for me to lay
Something takes a part of me
Feeling like a freak on a leash
You wanna see the light?
Feeling like I have no release
So do I
How many times have I felt diseased?
You wanna see the light?
Nothing in my life is free, is free
Sometimes I cannot take this place
Sometimes it's my life I can't taste
Sometimes I cannot feel my face
You'll never see me fall from grace
Something takes a part of me
You and I were meant to be
A cheap f*** for me to lay
Something takes a part of me
Something takes a part of me
You and I were meant to be
A cheap f*** for me to lay
Something takes a part of me
Part of me, part of me
Part of me

Ο ήχος από το κομπρεσέρ επίμονος. Το τσιμέντο που σπάει και η γεννήτρια. Αυτά μόνο ακούγονται. Αυτά, ο αναπτήρας που ανάβει, το τσιγάρο που καίγεται. Μετά η διαδικασία γνώριμη, οικεία. Εισπνοή, εκπνοή. Ένα τσιγάρο στο χέρι και καπνός στα πνευμόνια. Καίγονται και τα δυο, αργά. «Είναι ο μόνος φίλος που καίγεται για σένα». Ούτε διαφημιστικό σποτάκι να ήταν, με είχε πείσει με την πρώτη. Στην αρχή μου είχε φανεί ρομαντικό, μετά απλοϊκό και τώρα απλώς αληθινό. Ο φίλος που καίγεται και σε καίει. Γιατί αν δεν ρίχτεις με τον φίλο σου στην φωτιά, με ποιον θα ρίχτεις; Με τον εχθρό; Θα σε αφήσει να πέσεις, όπως στα καλοκαιρινά παιδικά παιχνίδια. «Πέφτουμε μαζί για βουτιά; Έλα μην φοβάσαι, μαζί θα πέσουμε. Θα σε κρατάω από το χέρι». Και λίγο πριν από το άλμα το φιλικό χέρι σε εγκαταλείπει, το δικό σου μένει να γραπώνει τον αέρα και το τελευταίο πράγμα που ακούς πριν το σώμα σου ακουμπήσει το νερό είναι γέλια θριαμβευτικά. «Σε γέλασα, χα χα!!!». Πέφτεις στο νερό σαν να πέφτεις στην φωτιά. Παρακαλάς να παραμείνεις εκεί, να ενσωματωθείς με το νερό, να βγάλεις λέπια, βράνχια, πτερύγια. Να μην αναδυθείς ποτέ. Στην επιφάνεια κι άλλα γέλια περιμένουν.
Η καύτρα έφτασε στην γόπα, μυρίζει. Ο χθεσινός καφές συντροφεύει τη νικοτίνη στο στόμα μου. Και το κομπρεσέρ συνεχίζει, αδιάκοπα. Άμα το ακούς για πολύ ώρα, το συνηθίζεις. Έτσι συμβαίνει με τον θόρυβο, συνηθίζεται, από ένα σημείο και μετά ούτε που του δίνεις σημασία. Είναι όμως εκεί. Αναπτήρας, καύτρα, εισπνοή, εκπνοή. Απλά τα πράγματα με το κάπνισμα. Φυσάς τον καπνό και περιμένεις να φυσήξεις μακριά όλα τα προβλήματα σου. Γεμίζεις τους πνεύμονες, αδειάζεις το μυαλό. Δεν έχω και πολλά να διώξω από το μυαλό μου, για να λέω την αλήθεια. Τον τελευταίο καιρό απεργεί. Απ όλους κι απ όλα. Πιο εύκολο είναι να μην σκέφτεσαι, το συνηθίζεις και αυτό με τον καιρό. Το χέρι μου τρέμει, τόσο όσο να χυθούν λίγες σταγόνες μπαγιάτικου καφέ στο μωσαϊκό. Σπονδή σε άγνωστο θεό.
Το κουδούνι μπερδεύεται με το θόρυβο του κομπρεσέρ. Αργώ να αντιληφθώ ότι ο έξω κόσμος με καλεί. Σηκώνομαι, σέρνω τα βήματα μου και την ύπαρξή μου. Σκουπίζω τις σταγόνες με τις φτέρνες μου, τώρα δεν υπάρχουν πια. Πίσω από την πόρτα η διαχειρίστρια, χοντρή, ξανθιά της γειτονιάς, με νύχια μυτερά βαμμένα ροζ. Αυτά τα απαίσια νύχια μου προτείνουν τα κοινόχρηστα. Κρατάει το χαρτί με τις άκρες των νυχιών της λες και θα λερωθεί. «Χρωστάς δυο μήνες». Κουνάω το κεφάλι μου. Κουνάει και αυτή το δικό της, αποδοκιμαστικά. Αρπάζω το χαρτί από τα νύχια της, κλείνω την πόρτα και σε αυτήν και στον γαμημένο κόσμο.Το κομπρεσέρ σταμάτησε. Ανοίγω την τηλεόραση. Από το ένα κανάλι στο άλλο η ηλιθιότητα εναλλάσσεται και βρίσκω αφορμή για ένα ακόμα τσιγάρο. Εισπνοή, εκπνοή, σαν την ανάσα. Είπαμε, εύκολο πράγμα. Μερικές φορές το να παρακολουθείς τόση βλακεία συμπυκνωμένη είναι έως και παρηγορητικό. Τι θα κάναμε χωρίς τους ηλίθιους, χωρίς τους βάρβαρους; Απορρυπαντικά που θα κάνουν τα ρούχα σου και την ζωούλα σου να λάμψουν, γρήγορα αυτοκίνητα θα σε οδηγήσουν σε έναν κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, χαμόγελα πιο λευκά και από το λευκό. Ανεγκέφαλοι, ηλίθιοι που καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο που καταλαμβάνω και εγώ στον κόσμο. Εγώ αυτό το λέω αδικία.
Το κομπρεσέρ ξανάπιασε φιλίες με το πεζοδρόμιο. Κλείνω την τηλεόραση. Την πρώτη φορά που πήρα χαμπάρι πόση βλακεία κυκλοφορεί στον κόσμο ήμουν στο λύκειο. Μέχρι τότε δεν έδινα σημασία, σαν να ήταν η βλακεία θόρυβος. Καθηγήτρια, φιλόλογος, όποτε έγραφε στον πίνακα τα χρυσά βραχιόλια της κουδούνιζαν, και η επιβολή της ησυχίας συνοδευόταν με το ξύσιμο των νυχιών της στον πίνακα. Επιτάφιος, Περικλής, η ιδανική πολιτεία. Και γιατί δεν μάθαμε τίποτα από αυτό; Γιατί γίνονται τα ίδια λάθη; Αυτό δεν αποδεικνύει μια γενικευμένη χαζομάρα; Μήπως η βλακεία είναι μια νέα ύπουλη δικτατορία; Ποιος φταίει που η ιστορία επαναλαμβάνεται; Εγώ έκανα ερωτήσεις και ήθελα απαντήσεις. Εκείνη πάλι τίποτα από τα δυο. «Δεν ξέρω τι να σου πω παιδί μου, καθυστερείς όμως την παράδοση και πρέπει να βγάλω την ύλη». «Ποια ύλη; Εδώ καλά καλά δεν έχω καταλάβει αυτό. Παπαγαλάκια θέλετε ή μαθητές;». Ένα μουρμουρητό ξεχύθηκε μεταξύ των συμμαθητών μου. Ο από πίσω μου ψιθύρισε, «ρε μαλάκα, τι θες, να βάλει κανένα διαγώνισμα;». Στα μάτια των κοριτσιών σαν κάτι να άστραψε, είχαν βρει των επαναστάτη της εφηβείας τους. Hasta la victoria, siempre. Τα νύχια στον πίνακα. Θόρυβος που σε επαναφέρει στην τάξη. Θόρυβος που τον συνηθίζεις με τα χρόνια, συνηθίζεις κάποιος να σε φέρνει στην τάξη. «Α για να σου πω, δεν θα μου πεις εσύ πώς να κάνω το μάθημα μου. Ποιος νομίζεις ότι είσαι;». Τριήμερη αποβολή από τον λυκειάρχη γιατί αυθαδίασα. Άλλη γνώμη είχα εγώ. Τριήμερη αποβολή, επειδή το ζώο που με διδάσκει έχει μεγαλύτερα νύχια από εμένα. Τρεις μέρες αναρωτιόμουν, ποιος νομίζω ότι είμαι. Τρεις μέρες χωρίς απάντηση και τσιγάρα στα κλεφτά. Επιστροφή στο σχολείο με τους συμμαθητές μου να με απειλούν, πρόχειρα τεστ και ασκήσεις τα μέσα της καθηγήτριας για να τους δείξει ποιος ήταν το αφεντικό. Στα μάτια των κοριτσιών η λάμψη δεν είχε σβήσει, είχε φουντώσει. Σταμάτησα να αναρωτιέμαι ποιος νόμιζα ότι ήμουν και άρχισα να γαμάω. Η επανάσταση λειτουργεί ως αφροδισιακό στην εφηβεία, στην ενηλικίωση πάλι όχι. Όσο πήδηξα στα χρόνια του λυκείου, δεν ξαναπήδηξα ποτέ ξανά. Και μετά στρατός, επιταγή ακάλυπτη μου φαινόταν. Να πάω να κάνω τι εκεί, τι να υπερασπιστώ; Σφαλιάρα μεγαλόπρεπη από τον πατέρα μου, που είχε και ένα χέρι ο μακαρίτης, φτυάρι. «Άκου εκεί να μην πάει στρατό; Θα σε κρεμάσω ανάποδα, τ/ ακούς; Κωλόπαιδο! Οι άλλοι δηλαδή ηλίθιοι είναι που πάνε και εσύ είσαι ο έξυπνος; Ποιος νομίζεις ότι είσαι για να μην πας στρατό;». Θόρυβος τα λόγια του πατέρα μου, της μάνας μου μελωδία καθώς προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Κλείστηκα στο μπάνιο, γύρισα το κλειδί δυο φορές για σιγουριά. Οι φωνές πίσω από την πόρτα, εγώ από μπροστά. Πακέτο κρυμμένο στην κωλότσεπη, άνοιξα το παράθυρο, έμεινα στο μπάνιο όσο κράτησε το πακέτο. Και έχω ακόμα την υποψία ότι αν είχα κούτες τσιγάρων ακόμα εκεί θα ήμουν. Μια απαλλαγή ήθελα, ένα τρελόχαρτο, οτιδήποτε δεν θα με μάντρωνε σε στρατόπεδο. Ντύθηκα στα χακί και πέρασα την πύλη μόνο και μόνο επειδή το χέρι του γεννήτορα μου ήταν μεγαλύτερο από το δικό μου.
Χαμένα χρόνια η στρατιωτική μου θητεία, το χρέος μου στην κοινωνία. Στην σειρά να περιμένω μαζί με ένα σωρό νεοσύλλεκτους, σαν τα πρόβατα, κοπάδι. Το δάχτυλο να χωρίζει τα αρχίδια λες και θα πολεμήσω με αυτά. Μου παίρνουν τα μέτρα μου, μου δίνουν την στολή, για τα επόμενα χρόνια αυτό θα είμαι στρατιώτης πρόβατο. Εγερτήριο, αγγαρείες, σκοπιές, καψόνια. Που και που καμία άσκηση σκοποβολής. Με παίρνει ο ύπνος στην σκοπιά με το όπλο στο χέρι. Σύνθημα, παρασύνθημα, παρουσιάσου. «Στρατιώτης πεζικού, Ιορδάνου Ευάγγελος, διατάξτε». Η αρβύλα χτυπάει δυνατά το έδαφος, σηκώνει σκόνη. Αυτό πρέπει να κάνω , να υπακούω, να μάθω στην πειθαρχία. Και το κάνω γιατί όλοι εδώ μέσα είναι πιο μεγάλοι από εμένα. Όλος ο στρατός φωνάζει, ξελαρυγγιάζεται, ψίθυρος πουθενά. Και αυτός ο θόρυβος συνηθίζεται.
Έτοιμος πολίτης, με εκπληρωμένη την στρατιωτική μου θητεία λες και είναι επιθυμία. Γραβάτα στον λαιμό λες και είναι λουρί. Ένας κόμπος να μετράει τους σφυγμούς μου. Ξεχύνομαι στην κοινωνία, μπερδεύομαι με το πλήθος και με τον εαυτό μου τον ίδιο. Αυτός ο κουρασμένος άνθρωπος που περιμένει δίπλα μου να ανάψει το φανάρι γνωρίζει άραγε ποιος ακριβώς είναι; Ήθελα να τον ρωτήσω, δεν το έκανα. Ένα τζιπάκι με τζάμια φίμε και γυαλιστερό προφυλακτήρα περνάει με κόκκινο, ο οδηγός του σίγουρα γνωρίζει τι είναι, μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους, αυτό είναι. Πάντα κάποιος θα βρεθεί να περάσει με κόκκινο και πάντα εγώ θα περιμένω το πράσινο να ανάψει. Και φοβάμαι μην καταντήσω σαν τον κουρασμένο άνθρωπο δίπλα μου. Αποφασίζω να μπω στο δημόσιο. Εκεί τα πράγματα είναι εύκολα, δεν κουράζεσαι. Ρουτίνα σαν το τσιγάρο, εισπνοή, εκπνοή. Η πίσσα μαυρίζει τους πνεύμονες μου και το δημόσιο την ζωή μου. Γι αυτό δεν υπήρχε προειδοποίηση. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει ο μισθός στο χέρι. Νοικοκύρεμα πράγματα. Σε λίγο καιρό θα παντρευτώ. Να βγει και αυτή η υποχρέωση, να τελειώνουμε. Ακόμα δεν ξέρω ποιος είμαι και αναρωτιέμαι αν προλαβαίνω να μάθω. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ξεκινήσω από την αρχή ή αν θα καταλήξω ποιο κουρασμένος από εκείνον στο φανάρι.
Το μυαλό μου μούδιασε. Δεν ξέρω πια αν το κομπρεσέρ λειτουργεί ή σταμάτησε. Τόσο πολύ συνήθισα τον θόρυβο.
Ένα διήγημα για ένα τραγούδι. Με αφορμή τους στίχους και την μουσική ιστορίες δημιουργούνται, μικρές, καινούργιες ιστορίες. Τις περισσότερες φορές οι ιστορίες αυτές έχουν να κάνουν με την ίδια ιστορία που το τραγούδι διηγείται και κάποιες άλλες έχουν να κάνουν με αναμνήσεις ή συναισθήματα που δημιουργούνται από τα τραγούδια αυτά.