
Κάθε πρωί έφτυνε αίμα. Με κόκκινο λέκιαζε την λευκή πορσελάνη του νιπτήρα και μετά με το βλέμμα ακολουθούσε την λεπτή κόκκινη γραμμή που ξεκίναγε το ταξίδι της στους υπονόμους της πόλης. Από τις φλέβες της, στους σωλήνες. Με δυσκολία σήκωσε τα μάτια της στον καθρέφτη, βλέμμα κουρασμένο. Άνοιξε το στόμα της να εξετάσει τα δόντια της λες και ήταν άλογο. Τα δόντια και αυτά ματωμένα. Όποτε δεν ήταν καλά, μάτωνε. Έφτυσε. Κι άλλο αίμα στον υπόνομο.
Ήταν Κυριακή και δεν είχε πολλά να κάνει, μπορούσε άφοβα να ματώνει όλη μέρα. Έσερνε τα βήματά της, πίσω της ακολουθούσε η ζώνη της ρόμπας, χάραζε νοητή γραμμή στους διαδρόμους τους σπιτιού για να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Έφτασε στην κουζίνα, έφτιαξε καφέ δυνατό και σκέτο, να διώξει τον ύπνο από τα μάτια της. Το σούρσιμο συνεχίστηκε μέχρι το σαλόνι με την κούπα στο χέρι. Μέσα στο σπίτι παραχωρούσε το δικαίωμα στον εαυτό της να σέρνεται, επέτρεπε στην βαρύτητα της γης και της ύπαρξης της να την τραβάνε κάτω, τόσο ώστε να είναι αδύνατον να σηκώσει ακόμα και τις πατούσες της.
Άνοιξε τα στόρια, όχι πολύ, άφησε μόνο οριζόντιες λωρίδες φωτός να μπαίνουν στο δωμάτιο. Ο μίσος κόσμος να την βλέπει και τον μισό κόσμο να βλέπει. Τον υπόλοιπο του μισού προτιμούσε να τον φαντάζεται.
Ήταν Κυριακή και μάλιστα μια όμορφη Κυριακή με ήλιο και εκείνη είχε ξυπνήσει με την γεύση του αίματος στο στόμα της και με άδειο μαξιλάρι δίπλα της. Ο Πέτρος είχε φύγει να δει τους δικούς του και αφού από το προηγούμενο βράδυ του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν είχε όρεξη για επισκέψεις δεν μπήκε στον κόπο να την ξυπνήσει.Ένα σπίτι δικό της να σέρνεται όσο θέλει, μέχρι να λιώσει το πάτωμα. Ήπιε καφέ και η γεύση του πικρού εναλλασσόταν με εκείνη του μεταλλικού. Το στόμα της γέμιζε αίμα. Κατάπιε, καφές με αίμα. Σιγά σιγά γινόταν βρικόλακας και το μόνο που είχε για να φάει ήταν ο εαυτός της. Έσφιξε την ζώνη της ρόμπας και κουλουριάστηκε στον καναπέ, άφησε το δεξί της χέρι να ακουμπήσει το πάτωμα και έκλεισε τα μάτια της. Ο μισός κόσμος της τύφλωνε στα μάτια, ακόμα και αυτό το μισό ήταν εκνευριστικό.
Ξαπλωμένη καθώς ήταν και χαϊδεύοντας το πάτωμα άρχισε να σκέπτεται τι θα ήθελε, σαν να έγραφε γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Δεν θα παρέλειπε να πει ότι ήταν καλό παιδί όλη την χρονιά και στο τέλος έτσι για πλάκα αντί για υπογραφή θα έφτυνε αίμα στο χαρτί. Προσωπική υπογραφή.
Λοιπόν να τι θα ήθελε. Ένα όμορφο, μικρό, χαζό χρυσόψαρο, μερικές φόρες θα ήθελε και την περιβόητη μνήμη του αλλά όχι πάντα. Θα ήθελε να ήταν πάντα Χριστούγεννα, γιρλάντες, στολίδια, δώρα παντού, κρεμασμένα αγγελάκια και ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο δέντρο μόνιμα τοποθετημένο στο σαλόνι, ακόμα και το καλοκαίρι. Θα ήθελε να έχει μια μόνο μια κακή συνήθεια και να προσπαθεί να την κρύψει από όλους σε αντίθεση με τις πολλές μικρές και φανερές που είχε τώρα. Επίσης θα ήθελε το όμορφο, μικρό, χαζό της χρυσόψαρο να μην ψοφήσει ποτέ, για πάντα να τριγυρνά λαμπερό και ξεχασιάρικο μέσα στην γυάλα του.
Αυτά. Δεν είναι και πολλά.
Από τον δρόμο ακούστηκαν κόρνες. Με φυλάκιση θα έπρεπε να διώκονται όσοι τολμούν να κορνάρουν Κυριακή. Και τώρα που το σκεφτόταν λίγο καλύτερα και οι καμπάνες το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται. Ποιος βιάζεται και γιατί; Εκείνη ούτε ανάσα δεν βιαζόταν να πάρει. Σηκώθηκε και έκλεισε τα στόρια. Ήταν Κυριακή και το μόνο δικαίωμα που είχε ήταν να σέρνεται και να ματώνει.
Ο Πέτρος θα επέστρεφε κατά της τέσσερις, οι ώρες που της έμεναν ήταν λίγες. Όταν εκείνος θα ερχόταν θα πήγαινε να κάτσει δίπλα της στον καναπέ, θα της γκρίνιαζε για τους γονείς του που όσο μεγαλώνουν τόσο παραξενεύουν και μετά θα της ψιθύριζε στο αυτί, «μην με αφήσεις να γίνω έτσι», θα του απαντούσε ναι από ευγένεια γιατί δεν μπορούσε να του πει ότι ήδη έχει αρχίσει να τους μοιάζει και μετά τα φιλιά του θα ακολουθούσαν πορεία καθοδική, από τον λαιμό στο στήθος και μετά θα πηδιόντουσαν, γιατί είναι Κυριακή και κατά τον Πέτρο Κυριακή γίνονται τα καλύτερα γαμήσια. Στην αρχή της σχέσης τους αυτό ήταν αλήθεια. Μια ολόκληρη μέρα πηδιόντουσαν σαν να μην υπήρχε αύριο, δεν έτρωγαν, δεν έπιναν, τα σώματα τους μόνο ήταν αρκετά για να συνεχίσουν να ζουν. Τότε όμως εκείνη δεν μάτωνε και δεν ήταν αναγκαίο να είναι ευγενική μαζί του. Τότε το σ αγαπώ το συνόδευε ανατριχίλα, τώρα χασμουρητό.Αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Περίεργα όνειρα την επισκέφτηκαν, είδε τον εαυτό της να πνίγεται σε κόκκινη θάλασσα. Ξύπνησε απότομα με την αίσθηση ότι είχε κοιμηθεί ώρες, ότι χαράμισε την Κυριακή της έτσι, αλλά μόνο μισή ώρα είχε περάσει. Άνοιξε το ραδιόφωνο, Sunday Bloody Sunday, η μελωδία γέμισε το δωμάτιο και αυτό ήταν ειρωνεία. Κατάπιε αίμα. Ο Πέτρος ήρθε πιο νωρίς, κάθισε δίπλα της, την φίλησε πεταχτά στα μαλλιά και της ψιθύρισε «μην με αφήσεις να γίνω έτσι». Εκείνη ήταν ευγενική.
Μετά από μια ώρα περίπου εκείνη ήταν μισόγυμνη στον καναπέ και παρατηρούσε έναν κόκκινο λεκέ στο λευκό μαξιλάρι του καναπέ. Μαζί με μια κραυγή πρέπει να είχε φύγει και λίγο αίμα. Διαλύομαι, κάθε μέρα χάνω και ένα κομμάτι μου, σκέφτηκε. Ο Πέτρος που έπινε νερό στην κουζίνα γιατί πια δεν του ήταν αρκετά τα κορμιά τους της φώναξε, «τι λες, παντρευόμαστε;» γιατί την έβλεπε πως κοίταξε τον λεκέ στον καναπέ και συνειδητοποίησε ότι καμία άλλη δεν θα κοίταζε με τόση αγάπη έναν λεκέ από αίμα.
«Γιατί, όχι;» του απάντησε ευγενικά και περίμενε απάντηση, να της πει τους λόγους για μην παντρευτούν αλλά εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να καθαρίσει τον λεκέ.
Το βράδυ αργά κλεισμένη στο μπάνιο για τελευταία φορά κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Έφτυσε με αίμα το είδωλο της και κατάλαβε ότι από δω και πέρα κάθε μέρα θα μάτωνε.
I can't believe the news today
Oh, I can't close my eyes
And make it go away
How long...
How long must we sing this song
How long, how long...
'cause tonight...we can be as one
Tonight...
Broken bottles under children's feet
Bodies strewn across the dead end street
But I won't heed the battle call
It puts my back up
Puts my back up against the wall
Sunday, Bloody Sunday
Sunday, Bloody Sunday
Sunday, Bloody Sunday
And the battle's just begun
There's many lost, but tell me who has won
The trench is dug within our hearts
And mothers, children, brothers, sisters
Torn apart
Sunday, Bloody Sunday
Sunday, Bloody Sunday
How long...
How long must we sing this song
How long, how long...
'cause tonight...we can be as one
Tonight...tonight...
Sunday, Bloody Sunday
Sunday, Bloody Sunday
Wipe the tears from your eyes
Wipe your tears away
Oh, wipe your tears away
Oh, wipe your tears away
(Sunday, Bloody Sunday)
Oh, wipe your blood shot eyes
(Sunday, Bloody Sunday)
Sunday, Bloody Sunday (Sunday, Bloody Sunday)
Sunday, Bloody Sunday (Sunday, Bloody Sunday)
And it's true we are immune
When fact is fiction and TV reality
And today the millions cry
We eat and drink while tomorrow they die
(Sunday, Bloody Sunday)
The real battle just begun
To claim the victory Jesus won
On...
Sunday Bloody Sunday
Sunday Bloody Sunday...