
Εάν δεν ήμουν ανεπανόρθωτα μπλεγμένος -και εθισμένος- με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα πήγαινα κάθε βράδυ θερινό σινεμαδάκι. Κάθε βράδυ, όμως!
Όχι στα μοδάτα τα κεντρικά τύπου «Δεξαμενή» ή «Σινέ Ψυχικό» ούτε στην «Αίγλη» με τους παρκαδόρους, αλλά στα συνοικιακά, τα έντιμα, αυτά που θα είχαν τινάξει τα πέταλα εάν δεν προστατεύονταν ως διατηρητέοι από τον ευεργετικό νόμο του Λαλιώτη (1997).
Ορισμένοι από αυτούς, δημοτικοί υποτίθεται, αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια αφού οι ίδιοι οι δήμοι τους αντιμετωπίζουν ως αντίβαρο σε άλλες δοσοληψίες ή πουλάνε πολιτική βούληση και ηθική πάνω στο κουφάρι τους. Κλείνουν 1-2 χρόνια, επιστρέφουν δριμύτεροι, ξανακλείνουν «υπό νέα διεύθυνση», ξανακλείνουν, γίνονται έρμαια διάτρητων δημορικών αρχών.
Άλλοι απλώς τραβάνε το μοναχικό τους δρόμο συλλέγοντας ψιχία και ανταλλάσσοντάς τα με ισχυρές δόσεις πολιτισμού και καλαισθησίας. Κάποιοι ποντάρουν περισσότερο στο μπαρ τους, παρά στις ταινίες.
Αλλά όλοι, όλοι, προσπαθούν. Πασχίζουν. Δίνουν μάχες.
Κάποτε το θερινό ήταν η χαρά του ουρανοκατέβατου και ο εφιάλτης του σινεφίλ, αφού τα μηχανήματα ήταν παλαιολιθικής εποχής και οι συνθήκες μέγγενη: στην πρώτη προβολή δεν έβλεπες (επειδή ξεκινούσε στις 8.30 και ήταν ακόμα μέρα), στη δεύτερη δεν άκουγες (ένεκα κοινής ησυχίας).Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τα προβλήματα προσπεράστηκαν, ακόμα και όπου χρειάστηκαν επιδέξιες ντρίμπλες. Η εικόνα υψηλής ευκρίνειας και τα συστήματα dolby surround δεν αποτελούν πλέον προνόμιο των χειμερινών αιθουσών. Οι κόπιες είναι καινούριες, οι χώροι κομψοί, οι τουαλέτες πεντακάθαρες. Οι τιμές των εισιτηρίων προσαρμόζονται στις ανάγκες της εποχής.
Τα κυλικεία δεν πουλάνε μόνο ποπ-κορν και πατατάκια «Τσακίρης».
Στο «Σινέ Δάφνη» τα σουβλάκια και τα κεμπάπ αξίζουν το αντίτιμο του εισιτηρίου ακόμα και όταν η ταινία είναι μέτρια. Στο ηλικίας 60-65 ετών «Θησείον», έχει βυσσινάδα και γλυκό κουταλιού. Στο «Σινέ Παράδεισος» του Κορυδαλλού ψήνουν τηγανόψωμα και κεφτέδες. Οι κυρίες που δουλεύουν το «Παλάς» του Παγκρατίου προσφέρουν ευγενή φιλοξενία παλαιού αθηναϊκού τύπου και ζεστούς ξηρούς καρπούς. Στην «Αθηναία», οι τυρόπιτες έχουν γράψει ιστορία. Το «Σινέ Παλλήνη» λανσάρει ντάκιρι και άλλα μεθυστικά κοκτέιλ.Ο «Ζέφυρος» δεν έχει ιδιαίτερες περικοκλάδες στο μπαρ του, θα τις βρείτε στα πέριξ μεζεδοπωλεία αυτές, αλλά παίζει ταινίες που δεν θα βρείτε πουθενά αλλού και λειτουργεί σχεδόν 6 μήνες το χρόνο.
Για 1-2 χρόνια δούλεψε στο Γκάζι και η αλήστου μνήμης «Αφροδίτη», όπου σερβίρονταν μακαρονοσαλάτες, σούσι, ουίσκυ μαλτ και προχωρημένες μπύρες. Είχε και σεζ-λονγκ, πριν μιμηθούν το παράδειγμά της άλλοι κινηματογράφοι. Τελικά την κατάπιαν τα μεγαλοσκυλάδικα της γειτονιάς.
Σύμφωνα με κάποια στοιχεία που εντόπισα στο διαδίκτυο (εδώ), λειτουργούν πλέον γύρω στα 100 θερινά σινεμά στην Αττική (αλλά μόνο 20 στην υπόλοιπη Ελλάδα).Δεν είναι βέβαια αποκλειστικά ελληνική η ιδέα, ούτε όμως γνωρίζει τέτοια ανάπτυξη σε άλλες χώρες. Οι τουρίστες τα λατρεύουν και φροντίζουν ώστε να ευημερεί το «Σινέ Παρί» της Πλάκας, χωρίς να ρωτάνε για την ποιότητα της ταινίας. Στο συγκεκριμένο κινηματογράφο δεν παρακολουθείς την ταινία, αλλά την κατάφωτη Ακρόπολη.
Υπολογίζω ότι φέτος είδα περισσότερες από 20 ταινίες σε θερινές «αίθουσες» - και η καταμέτρηση συνεχίζεται. Δύο φορές την εβδομάδα, γιατρέ μου, αλλιώς νιώθω ότι κάτι μου λείπει.
Παρακολούθησα από μικρά αριστουργήματα όπως οι «Αθικτοι», το «Τανγκό των Χριστουγέννων» και τα «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» και τα μπλοκμπάστερ του χειμώνα (με κορυφαίο φυσικά το «The Artist»), μέχρι προσβλητικές για τη νοημοσύνη σαβούρες όπως το απερίγραπτο «Τι Να Περιμένεις Όταν Είσαι Εγκυος».Με παγωμένη μπύρα στο ένα χέρι και μεζέ στο άλλο. Δροσιά στο δέρμα, αστέρια στον ουρανό, μυρωδιά από αγιόκλημα στα ρουθούνια, ψιψίνες να μπλέκονται στα πόδια. Σαν απόδραση. Σαν διαφυγή.
Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, τήρησα την υπόσχεσή μου για ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και επέλεξα κινηματογράφους της δυτικής όχθης: «Σινέ Κατερίνα» στο Χαϊδάρι, «Πάνθεον» στην Αγία Βαρβάρα, «Σινέ Πέραν» στο Περιστέρι, «Σινέ Κήπος» στο Μοσχάτο, «Σινέ Νίκαια» δίπλα στο κλειστό του Ιωνικού, «Σινέ Παράδεισος» στον Κορυδαλλό.
Παράδεισος!
Αυτό που έχω να καταθέσω είναι ότι, για πρώτη φορά απόσο μπορώ να θυμηθώ, η προσέλευση είναι αυξημένη. Σε προβολές που άλλοτε θα έκοβαν 5-10 εισιτήρια, φέτος μαζεύονται 50 ή 70 ή 100 θεατές: ακόμα και σε άνοστες γαλλικές κωμωδίες ή σε δύσπεπτα ιρανικά δράματα, βράδυ αυγουστιάτικης Τρίτης.Δεν πρόκειται φυσικά να καταρρίψουν κάποιο ρεκόρ αυτοί οι αριθμοί, ασφαλώς όμως συνιστούν πρόοδο και είδηση, σε εποχή γενικής παρακμής και κατάρρευσης. Πού αλλού θα ακούσεις τη φράση «πάμε καλά»;
Το θερινό σινεμά είναι εν τέλει φτηνή και ποιοτική διασκέδαση, για ρομαντικά ζευγάρια, για μοναχικούς αιχμαλώτους της πόλης, για οικογένειες. Προσωπικά δεν το αλλάζω με τίποτα. Ούτε με ταβέρνα ούτε με μπαράκι ούτε με μπαλκονάδα.
Την έναρξη του καλοκαιριού τη γιορτάζω μόλις ανοίξει ο «Ζέφυρος» και τη λήξη του, καιρού επιτρέποντος, όταν κλείσει για χειμώνα το «Θησείον».