ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΚΑΠΝΟΥ

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΚΑΠΝΟΥ

Χορός με τη σκιά μου...



Στέλνω δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι και αυτά διαλύονται πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Έτσι ξαπλωμένη που είμαι στο κρεβάτι, μόνο το ταβάνι βλέπω, το έχω μάθει πλέον καλά, την κάθε ρωγμή του, την κάθε του χαραμάδα. Απλώνω τα μαλλιά μου στο μαξιλάρι και φαντάζομαι ότι πλέω σε μαύρη θάλασσα. Κλείνω τα μάτια μου δυνατά μέχρι να δω αστεράκια. Ουρανός, ένα άλλο ταβάνι, χωρίς ρωγμές. Βαριέμαι βασανιστικά. Θα μπορούσα να σηκωθώ, να κάνω κάτι, αλλά δεν θέλω. Ακούω βήματα από το πάνω διαμέρισμα, το δικό μου ταβάνι είναι το δικό τους πάτωμα. Τακούνια βιαστικά και βήματα αντρικά που σέρνονται. Και φασαρία από το δίπλα διαμέρισμα, τηλεόραση, ομιλίες, χάχανα. Ο θόρυβος δείχνει σημάδια ζωής. Όλη η πολυκατοικία δονείται στoν ρυθμό των ξένων ζωών. Το δικό μου δυάρι μόνο σιωπά. Σιωπά και βαριέται. Θα μπορούσα να απλώσω το χέρι μου, να τεντωθώ μέχρι να φτάσω τον διακόπτη του φωτιστικού και να γεμίσω σκοτάδι το δωμάτιο, να μην αντικρίζω πια το πάτωμα των άλλων. Αυτό όμως προδιαθέτει κίνηση, ενέργεια, έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, το σύρσιμο στα σεντόνια και μετά κλικ. Και εγώ βαριέμαι τόσο πολύ που προτιμώ να κλείσω τα μάτια μου. Σκοτάδι είναι και αυτό. Ανάβω τσιγάρο, η μόνη περιττή κίνηση, που επιτρέπω στον εαυτό μου να κάνει. Στο σκοτάδι των ματιών μου και στη μαύρη θάλασσα γύρω από το κεφάλι μου, η καύτρα του τσιγάρου μοιάζει με φάρο. Ένας τόσος δα μικρός φάρος μέσα στο σπίτι μου. Να με προστατέψει όμως από τι; Τι κακό μπορεί να μου συμβεί έτσι ξαπλωμένη που είμαι;

Φαντάζομαι τον εαυτό μου, να ανασηκώνεται από το κρεβάτι, πρώτα στο πάτωμα πατάει το δεξί μου πόδι, ακολουθεί το αριστερό. Ακουμπάω τους αγκώνες στα γόνατα και κλείνω το πρόσωπο μου στις παλάμες. Για λίγο μόνο για λίγο κάθομαι ακίνητη, ούτε ανάσα δεν παίρνω. Σηκώνομαι απότομα και χτυπάω με τις γροθιές μου τον τοίχο του διαμερίσματος με την τηλεόραση. Ουρλιάζω, τα χέρια μου ματώνουν. Θα μπορούσα να το κάνω αυτό, σίγουρα θα μπορούσα. Βλέπω τον εαυτό μου σαν φάντασμα  να κάνει μια μια τις κινήσεις αυτές και είναι σαν τις έκανα στην πραγματικότητα. Και έτσι λέω ότι έγιναν, ενώ είμαι ακόμα στο κρεβάτι και δεν  έχω μετακινηθεί ούτε χιλιοστό.

Θα μπορούσα να βάλω τα παπούτσια μου και να βγω να περπατήσω, να πάρω καθαρό αέρα, που λένε. Κάτι το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα. Τι πάει να πει καθαρός αέρας; Ποιος δηλαδή είναι ο βρώμικος; Οτιδήποτε δεν αγγίζει εσένα είναι καθαρό, οτιδήποτε καινούργιο. Αν έβγαινα την βόλτα εκείνη ίσως και να μην βαριόμουν τόσο, ίσως και να συναντιόντουσαν τυχαία, φευγαλέα τα βλέμματα μας με κάποιον άγνωστο. Μια ματιά μόνο, που ίσως και να με έπειθε ότι βρήκα έναν σύμμαχο. Θα σταμάταγα στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα και το πρώτο θα το είχα ήδη καπνίσει μέχρι να βάλω το κλειδί στην πόρτα της πολυκατοικίας. Θα έμπαινα στο σπίτι μου και δεν θα με ενοχλούσαν πια οι ζωές των δίπλα. Θα ξάπλωνα και θα σκαφτόμουν την κοινή ζωή που θα μπορούσα να ζήσω με τον άγνωστο που τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.

Σίγουρα θα μπορούσα να τα κάνω όλα αυτά. Βαριέμαι όμως και δεν θα κάνω τίποτα. Και αύριο μέρα είναι, πάντα το αύριο μπορεί να περιμένει. Το σήμερα είναι αυτό που σου ζητάει να επέμβεις, να σηκωθείς από το κρεβάτι σου, να βγεις έξω στον κόσμο. Ανάβω τσιγάρο, τραβάω βαθιά τον καπνό. Στέλνω θόλο δαχτυλίδι στο ταβάνι. Σπάω τον κύκλο του με το δάχτυλο μου πριν προλάβει να διαλυθεί μόνο του. Το αύριο άλλωστε μπορεί πάντα να περιμένει.

airam