
Πρώτη φορά έβλεπα νεκρό και ευχόμουν να ήταν και η τελευταία. Με είχαν φωνάξει στο νοσοκομείο για να διαπιστώσω αν ο Σάββας ήταν όντως ο Σάββας. Και γαμώ την Παναγία μου ήταν ο Σάββας. Δευτέρα σήμερα, τι ωραία που μπήκε η εβδομάδα. Μαλάκα Σάββα τι πήγες και μου πέθανες Δευτέρα, χάθηκαν οι άλλες μέρες ρε γαμώτο; Υπάρχουν όμως και χειρότερα θα μπορούσε να ήταν Πρωτοχρονιά. Τον είχα ξεχάσει τον Σάββα αυτός όμως από ότι φαίνεται δεν με ξέχασε. Η νοσοκόμα μου είπε ότι το μόνο που είχε πάνω του ήταν ένα παλιό εισιτήριο με το τηλέφωνο μου. Θα είμαι εκεί όταν με χρειαστείς, του είχα γράψει.
Στέκομαι και κοιτάζω το σεντόνι που τον σκεπάζει, το πρόσωπο του που διαγράφεται, θυμάμαι ότι ήταν όμορφος. Με πιάνουν τα κλάματα. Παγωμένο μέρος το νεκροτομείο, είναι και που είχα να τον δω τόσα χρόνια, η συγκίνηση δεν αργεί. Ήταν πολύ όμορφο πλάσμα ο Σάββας, τα μάτια του έλαμπαν από παιδιάστικη χαρά και νόμιζες ότι τα καλά του κόσμου όλου εκεί μέσα κρυβόντουσαν. Μαζί σου δεν φοβάμαι τίποτα μου έλεγε και εγώ που μαζί σου φοβόμουν τα πάντα, τι να σου έλεγα. Σε παράτησα στο σπίτι και σου άφησα ενθύμιο θλιβερό το τηλέφωνο μου στο εισιτήριο. Και να τώρα εδώ, να σε βλέπω αγαπημένε μου μαλάκα φίλε παγωμένο.
Ο Σάββας επέλεξε να ξεφτίσει την ζωή του στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, σκόρπισε την υπέροχη ύπαρξη του σαν να μην υπήρχε αύριο. Και εγώ που για ένα φεγγάρι επαναστάτησα βρήκα τον Σάββα να με περιμαζέψει. Σε ένα άδειο υπόγειο έμενε, στο πάτωμα πεταμένο ένα στρώμα και ένα βιβλίο με ποιήματα. Αυτά, τίποτα άλλο. Τριάντα μέρες της εφηβείας μου με το στρώμα και τα ποιήματα. Δεν χρειάζομαι τίποτα και μόνο έτσι καταφέρνω να είμαι ελεύθερος. Με τις ώρες καθόταν στο παγκάκι της πλατείας και παρατηρούσε τους περαστικούς.
Με έπιανε από το χέρι και τρέχαμε μέσα στην πόλη. Σε κάθε γωνία που στρίβαμε φώναζε, το Buenos Aires είναι ο παραδίπλα δρόμος. Τα γέλια μας αντηχούσαν στην νεκρή πόλη, μόνο εμείς οι δυο ήμασταν ζωντανοί και το παραμυθένιο Buenos Aires το αντικρίζαμε και το χάναμε σε κάθε γωνιά.
Ένα βράδυ κρύωνα τόσο πολύ που νόμιζα ότι ήμουν νεκρή. Οι κουβέρτες και τα σώματα μας δεν αρκούσαν να με ζεστάνουν. Έφυγε και όταν γύρισε κρατούσε το πιο όμορφο παλτό που είχα δει ποτέ. Σκούρο μπλε ήταν, χοντρό μάλλινο και η φόδρα του κόκκινη, είχε και κουκούλα. Από πού το πηρές τον ρώτησα. Από το Buenos, απάντησε και γέλασε δυνατά. Το πιο όμορφο παλτό που είχα δει ποτέ τώρα βρίσκεται στοιβαγμένο στο πατάρι. Κάναμε ερώτα και μετά το φόρεσα. Το επόμενο πρωί έβγαλα από την τσέπη μου ένα εισιτήριο. Φοβήθηκα ότι αν έμενα λίγο ακόμα μαζί του θα συνέχιζα να κρυώνω μια ζωή. Πήγα σαν βρεγμένη γάτα στους γονείς μου, όπου ποτέ δεν έκανε κρύο και όπου κανείς δεν μιλούσε για πόλεις της Αργεντινής.
Μακάρι να είχα το παλτό εκείνο μαζί μου τώρα, κρυώνω γιατί είσαι νεκρός. Ξεχασμένο σε είχα τόσα χρόνια αλλά ήξερα ότι κάπου υπήρχες ότι μπορεί κάποιο βράδυ να ακούσω ένα δυνατό γέλιο να έρχεται από τον δρόμο. Η μνήμη μου σε έφερνε θολά στο μυαλό μου όταν δεν ήμουν καλά, σαν κάτι να με έσπρωχνε δειλά να κοιτάξω στην γωνιά του δρόμου μήπως το λατρεμένο Buenos Aires ήταν εκεί και με περίμενε. Τώρα τίποτα δεν υπάρχει στην άκρη του δρόμου και γέλια τόσο δυνατά δεν θα ξανακούσω. Το Buenos Aires πέθανε.