
Γεννήθηκαν με διαφορά μιας μέρας:
Στην Ξάνθη ο Μάνος Χατζιδάκις, «μια Τρίτη δέκα το βράδυ, την 23η Οκτωβρίου του 1925» και στην Αλεξάνδρεια ο Μάνος Λοΐζος, στις 22 Οκτωβρίου του 1937. Ο πρώτος μετακόμισε στην Αθήνα το '32, ενώ ο δεύτερος ήρθε στην ελληνική πρωτεύουσα το καλοκαίρι του 1955.
«Ο ερχομός μου στην Ελλάδα συμπίπτει με την εμφάνιση του Χατζιδάκι σε δίσκους (Χάρτινο το φεγγαράκι κλπ). Δε θα ξεχάσω τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι», ανέφερε, χρόνια αργότερα, ο Μάνος Λοΐζος σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Γκιώνη το 1974.Ο Χατζιδάκις έδωσε στο ελληνικό τραγούδι ταυτότητα, ενώ στον Λοΐζο, κατά τον Μίκη Θεοδωράκη, «το ελληνικό τραγούδι του οφείλει μια ξεχωριστή, μοναδική και ανεπανάληπτη εποχή νεότητας».
Όσο ζούσαν δε συνεργάστηκαν ποτέ. Από διαφορετική αφετηρία ο καθένας, με διαφορετικά καλλιτεχνικά ζητούμενα, διαφορετικές παρέες και διαφορετικό προσανατολισμό, πορεύτηκαν σε δρόμους ξεχωριστούς. Το σημαντικό και αξιομνημόνευτο με τον Μάνο Λοΐζο είναι ότι ενώ ανήκει στους επιγόνους του Μάνου Χατζιδάκι, είναι δηλαδή ένας από τους συνθέτες της λεγόμενης
μεταχατζιδακικής γενιάς με έντονη και καταλυτική την παρουσία «του μεγάλου μπαμπά», εντούτοις δεν επηρεάστηκε από τον «τρόπο» του Χατζιδάκι ή δεν άφησε λόγω ενστίκτου ίσως- να φανεί η επίδραση του Χατζιδάκι στο έργο του. Ακόμα κι όταν «χατζιδακίζει» στα τραγούδια του, ο Λοΐζος παραμένει αυτόφωτος. Παραμένει Λοΐζος! Με ένα εντελώς προσωπικό και αυτόνομο ύφος γραφής στην τραγουδοποΐα του και μια άλλη ματιά στην τέχνη του που δεν επιτρέπει συγκρίσεις ούτε στο ελάχιστο τόσο με το Χατζιδάκι, που ο Λοΐζος αγαπούσε, όσο και με το Θεοδωράκη που συνεργάστηκε μαζί του στενά στα πρώτα χρόνια της παρουσίας του στο τραγούδι. Να θυμίσω εδώ ότι ο Λοΐζος συστήθηκε στο μεγάλο κοινό, μαζί με το συνθέτη Χρήστο Λεοντή, από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη το 1963 στη μουσική τους επιθεώρηση «Μαγική πόλη».
Για το τέλος, μια βαρύνουσα δήλωση του Χατζιδάκι, η μοναδική για το Μάνο Λοΐζο, στο περιοδικό «Ήχος» το Φλεβάρη του '78. Εκεί, μιλώντας για την κρίση του ελληνικού τραγουδιού, ο Χατζιδάκις στάθηκε -παρεμπιπτόντως έστω, αλλά πολύ ουσιαστικά όπως θα διαβάσετε- και στο νεότερο ομότεχνό του, λέγοντας πως «δεν υπάρχει τίποτα σοβαρότερο και πιο αξιόλογο από ένα ωραίο τραγούδι. Εδώ μπορώ να προσθέσω πως ένα τραγούδι, λόγου χάρη το "Αχ χελιδόνι μου" του Λοΐζου, είναι σημαντικότερη μουσική από μια ηλίθια συμφωνία ενός μέλους της ενώσεως μουσουργών».
Ο τίλτος αποτελεί στίχο της Ελένης Ζιώγα, απ' το τραγούδι «Εφτά ποτήρια» της Ευανθίας Ρεμπούτσικα