
O K ήταν άνεργος και ζούσε όπως όπως, κάπου στον παγερό βορρά. Όταν έμαθε ότι βρήκαν στο Τέξας πετρέλαιο, φόρτωσε τη γυναίκα και τα παιδιά στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε, για να κάνει την τύχη του δίπλα στο «μεγάλο μαύρο ποτάμι». Δίπλα του, περνούσαν λιμουζίνες. Ο Κ ονειρεύτηκε ένα καλύτερο μέλλον και ζαλίστηκε. Τα παράτησε όλα κι έφυγε για τη γη των υποσχέσεων και της επαγγελίας.
Μα εκεί βρήκε μόνο σπόρους. Σπόρους που πετούσαν στον άνεμο και έπαιρναν μαζί τα όνειρα όσων δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.
«Σόρι ρε φίλε, αλλά δεν έχει άλλο», του είπαν. «Ονειρο ήταν και πάει».
Ο Κ ζει σήμερα μέσα στο αυτοκίνητό του, στο πάρκινγκ του έρημου εργοτάξιου. Στο ίδιο αυτοκίνητο που θα τον οδηγούσε στη γη της ελπίδας και των ονείρων. Πιο πέρα, δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές, άντρες απελπισμένοι σαν αυτόν ανάβουν φωτιές για να ζεσταθούν. Στα χωράφια πέρα από τον αυτοκινητόδρομο, άνεργοι εργάτες κοιμούνται σε τέντες πρόχειρα στημένες.

Το τρένο περνάει σφυρίζοντας και σκορπίζει τους σπόρους. Οι λιμουζίνες συνεχίζουν αστραφτερές τη διαδρομή τους. Δεν κοιτάζουν πίσω, δεν κοιτάζουν στο πλάι. «Αν μου είχε μείνει σάλιο, θα σας έφτυνα όλους», σκέπτεται ο Κ. «Καλύτερα να είχα αγοράσει ένα όπλο, παρά βενζίνη για να έρθω σε αυτή την κόλαση».
Ο Κ κοιμάται στο μπροστινό κάθισμα, δίπλα στη γυναίκα του. Πίσω, τα παιδιά ξεπαγιασμένα βήχουν το βήχα του μισοπεθαμένου. Τους ξυπνάει όλους μες στη μαύρη νύχτα ένας ρυθμικός ήχος: «Ταπ-ταπ-ταπ». Είναι το γκλομπ του πολιτσμάνου πάνω στο παρμπρίζ. «Φύγε από εδώ, κύριος. Δεν επιτρέπεται να ζείτε στο πάρκινγκ. Προχώρα παρακάτω. Move along, man, move along».
************
Ο Μπρους Σπρίνγκστην δεν είναι ένας απλός τραγουδοποιός. Σου μιλάει για τη ζωή σου. Σήμερα τον χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ άλλοτε, σαν βάλσαμο πάνω σε ανοιχτή πληγή. Προσεύχομαι να ευοδωθούν οι διαπραγματεύσεις για μία συναυλία του στην Αθήνα την ερχόμενη άνοιξη. Μας τη χρωστάει. Τον έχουμε ανάγκη πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι συμπατριώτες του.
Το οργισμένο, κατάμαυρο Seeds θα μπορούσε να αναφέρεται στην Ελλάδα, στη δική μας κρίση, στο δικό μας δράμα. Δεν γίνεται να το ακούσει κάποιος εν έτει 2012 χωρίς να κλάψει, εφ'όσον καταλαβαίνει τους στίχους.
Και, όχι, δεν θα το βρείτε σε κανέναν από τους δίσκους του αυτό το αριστούργημα, παρά μόνον θαμμένο σε κάποιο τετραπλό Live που κυκλοφόρησε πριν από 25 χρόνια. Τραγούδια για τα οποία άλλοι καλλιτέχνες θα έδιναν το δεξί τους χέρι, του Μπρους του περισσεύουν.
Σε εμάς τους πιστούς του, όμως, όχι. Ειδικά στην Ελλάδα του σήμερα, όπου κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει και σε ποιο πάρκινγκ θα βρεθεί να κοιμάται αύριο.