
«Ρεσιτάλ»: ο «λιωμένος» (από την έντονη χρήση) δίσκος που υπάρχει σε κάθε ελληνικό σπίτι. Φέτος συμπληρώνονται 37 χρόνια από την ηχογράφησή του στις 28 Μαρτίου 1976. Το «Ρεσιτάλ», που ηχεί στα αυτιά των κατοίκων αυτής της χώρας εδώ και 37 χρόνια, λοιπόν, και προκαλεί χαμόγελα, δάκρυα, συγκίνηση και νοσταλγία. Ειδικά σε όσους είχαν παραβρεθεί σε εκείνη τη μοναδική ζωντανή εμφάνιση του Κώστα Χατζή και της Μαρινέλλας. Το «Ρεσιτάλ», ένας από τους σημαντικότερους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας, που πούλησε περισσότερα από 300.000 αντίτυπα. Το «Ρεσιτάλ», που αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό και φαίνεται να αγαπιέται αδιάκοπα ως τις μέρες μας, γεγονός που αποδεικνύεται από την κοσμοσυρροή που προκαλεί η «αναβίωσή» του στο θέατρο Παλλάς.
Χθες το βράδυ (29/1), παραβρέθηκα λοιπόν στην πρεμιέρα (δημοσιογραφική βραδιά) του «Ρεσιτάλ». Του «νέου Ρεσιτάλ», για να μην ενοχλήσουμε κι εκείνους που αρέσκονται σε εκφράσεις του τύπου «παλιά ήμασταν καλύτερα» ή «δεν συγκρίνεται με το παλιό». Δεν μπορώ να ξέρω πως ήταν εκείνη η μοναδική βραδιά του Μαρτίου του 1976. Πολύ θα το ήθελα, αλλά δεν γίνεται. Μπορώ όμως να δηλώσω ξεκάθαρα ικανοποιημένος από αυτό που «αντιμετώπισα» χθες το βράδυ στο Παλλάς. Ένα διαφορετικό τραγούδι. Ένα συγκινητικό τραγούδισμα από τους δύο ερμηνευτές. Μια φανταστική ορχήστρα, λαμπερή και καλοδουλεμένη, διόλου φλύαρη. Μια παράσταση με αισθητική, που σεβόταν το ένδοξο παρελθόν του τίτλου της. Μια συγκινητική ατμόσφαιρα επί σκηνής. Να τα πάρουμε με τη σειρά εμφανίσεώς τους. Ο Κώστας Χατζής είναι μοναδική και αγαπημένη περίπτωση τραγουδοποιού και ερμηνευτή. Το έχω ξαναγράψει. Παρέα με τους εξαιρετικούς στιχουργούς που συνεργάστηκε (προεξαρχούσης της ξεχωριστής Σώτιας Τσώτου), στιγμάτισε και όρισε το κοινωνικό (και ανθρωπιστικό, θα έλεγα) τραγούδι στην Ελλάδα. Κοινωνική μπαλάντα το ονομάζει ο ίδιος και το λέει πολύ εύστοχα. Στο άκουσμα του τραγουδιού του, επιστρέφω στην παιδική μου ηλικία, προκρίνοντας θεμελιώδη αιτήματα για τη ζωή, παραμερίζοντας λούσα και φτιασίδια. Ερμήνευσε με πάθος όλα τα τραγούδια και κατάφερε να «ζεστάνει» την ατμόσφαιρα με το δικό του χιούμορ που κερδίζει πάντοτε το κοινό.
Η Μαρινέλλα, αειθαλής, τεχνική και συναισθηματική ταυτόχρονα. Μια τραγουδίστρια φαινόμενο, που είναι σαν το παλιό καλό κρασί (κι ας είναι αναμενόμενος και κλισέ ο χαρακτηρισμός). Έμεινα με το στόμα ανοιχτό πολλές φορές κατά τη διάρκεια της χθεσινής βραδιας, ακούγοντάς την. Και, σκεφτείτε ότι, μου φάνηκε λιγάκι «κρυωμένη». Οι νότες της «ολόισιες» και λαμπερές, χωρίς το ενοχλητικό βιμπράτο που εμφανίζουν οι τραγουδιστές μεγαλώνοντας. Η άρθρωσή της και η τεχνική της γενικότερα, σκέτο σχολείο. Τι σχολείο; Πανεπιστήμιο. Και όλα αυτά, απλά, ενίοτε χαμηλόφωνα, χωρίς διάθεση επίδειξης. Σπουδαία. Σε ετούτο το σημείο του μουσικοκριτικού σημειώματος, θα ήθελα να αναφερθώ στα ονόματα των μουσικών που στελεχώναν την καταπληκτική ορχήστρα. Με οδηγό τις ενορχηστρώσεις του Χάρη Ανδρεάδη, οι δεξιοτέχνες σολίστες της ορχήστρας παρουσίασαν ένα αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα, που πλαισίωσε με υψηλότατη αισθητική τους δύο ερμηνευτές. Την ορχήστρα αποτελούσαν οι: Νίκος Καπηλίδης (τύμπανα), Μιχάλης Ευδαίμων (μπάσο), Γιάννης Καρακατσάνης (κρουστά), Κυριάκος Κοντάκης (βιολί), Χριστόφορος Κροκίδης (κιθάρα), Γιώργος Παγιάτης (πιάνο), Θανάσης Τσαουσέλης (πλήκτρα), Σταύρος Ντούσκας (πνευστά), Φωτεινή Νικολοπούλου (τσέλο). Η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή «υπηρέτησε» με διακριτικό, αλλά ευρηματικό τρόπο τα τραγούδια της βραδιάς, ενώ εντυπωσιακοί ήταν οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ.
Αν με «χάλασε» κάτι, αυτό ήταν η «αποστειρωμένη» συμπεριφορά που προξενεί στο κοινό, ο συναυλιακός χώρος του Παλλάς. Το ομολογουμένως όμορφο αυτό θέατρο, δημιουργεί ένα «μάγκωμα» στον θεατή. Το κοινό τραγουδάει ψιθυρίζοντας και δεν «αφήνεται». Ακόμα και τα παλαμάκια του είναι με σιγαστήρα. Αχνά. Τραγουδάς μεν, αλλά όχι με την καρδιά σου. Είσαι «σφιγμένος» εκεί μέσα. Σα να παρακολουθείς αγώνα τέννις, που δεν πρέπει να μιλάς κατά τη διάρκεια του αγώνα και πρέπει να χειροκροτάς μόνο μετά το τέλος του κάθε πόντου. Μια τέτοια ατμόσφαιρα, βέβαια, δημιουργεί και ησυχία, που ίσως να είναι καλοδεχούμενη από τους επί σκηνής, αν και δεν είμαι καθόλου βέβαιος για αυτό. Κλείνοντας, θέλω να επιστήσω την προσοχή σας στον τίτλο του σημειώματος αυτού. Πρόκειται για ένα στίχο της Σώτιας Τσώτου από το τραγούδι «Πάρε με μαζί σου τσιγγάνε» (μουσική: Κώστας Χατζής), που ακούστηκε χθες βράδυ και λέει: «σε παρακαλώ, πες κι ένα τραγούδι που να μην το λένε τα ραδιόφωνα». Αυτό ακριβώς το τραγούδι είναι το «Ρεσιτάλ». Μην κοιτάτε που, στις μέρες μας, λόγω των παραστάσεων, τα ραδιόφωνα το θυμήθηκαν. Ξεχασμένο το είχαν εδώ και χρόνια. Και όταν θα τελειώσουν οι παραστάσεις, πάλι θα το ξεχάσουν. Αλλά υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι που θέλουν να ακούν μόνο τραγούδια από εκείνα που δεν παίζουν τα ραδιόφωνα. Αν είστε ένας από αυτούς, μην χάσετε το «Ρεσιτάλ». Κι αν το εισιτήριο σάς φαίνεται ακριβό, αναζητείστε το βινύλλιο σε κάποιο ράφι μέσα στο σπίτι σας. Είμαι βέβαιος ότι το έχετε.