
Να λοιπόν που οι εμφανίσεις του Σαββόπουλου στο Gagarin επαναφέρουν το θέμα της συνέπειας των δημιουργών και του έργου τους. Σε ό,τι με αφορά υποστηρίζω εδώ και χρόνια την άποψη που επιμένει ότι τα τραγούδια αυτονομούνται από τους δημιουργούς τους και τις κατά καιρούς επιλογές τους. Εχουμε άλλωστε συχνά δει μεγάλα τραγούδια να υπερβαίνουν τον πιο λίγο, φοβισμένο, βολεμένο ή συστημικό εαυτό των δημιουργών τους. Αναφέρομαι σ' εκείνα τα τραγούδια που φυσικά πάντα θα αποδίδονται στους δημιουργούς τους αν και ταυτόχρονα έπαψαν ξαφνικά να τους ανήκουν σαν να ήταν η στιγμιαία και αυτόβουλη έκλαμψη μιας διάννοιας κι ενός ταλέντου που αποκόβεται από την καθημερινότητα και τον καθημερινό εαυτό του τραγουδοποιού. Κι όχι μόνον αυτό. Φτάνει μια στιγμή που ούτε καν εκείνος, ο δημιουργός τους, μοιάζει να μπορεί να ακούσει όσα ο ίδιος προφήτευσε.
Ο Σαββόπουλος είναι μία χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Η στιχουργία του είναι σχεδόν ανυπέρβλητη σε εσωτερικότητα, πολιτική σκέψη, διαίσθηση, τόλμη, κόψη, φιλοσοφία και διορατικότητα. Γι αυτό θεωρώ ότι τα τραγούδια του ανήκαν πάντα κι ακόμα ανήκουν στο Gagarin, έστω κι αν ο ίδιος έχει χρόνια τώρα μετακινηθεί από την υγιώς σκεπτόμενη, «αντιδραστική» περιφέρεια και γειτονιά, στο πολυτελές κέντρο των μαρμάρινων εισόδων, των μπλοκ επιταγών και των βολικών πολιτικών τοποθετήσεων. Τα τραγούδια του όχι μόνον υπερέβησαν τις επιλογές του, αλλά καθώς τολμούσαν πάντα να προλέγουν και να κρίνουν, πρόλαβαν να κάνουν την πιο αδυσώπητη αυτοκριτική που έχει κάνει ποτέ Ελληνας δημιουργός στην ιστορία της ελληνικής μουσικής σκηνής. Και μάλιστα εξαρχής, προβλέποντας όχι μόνον τις κάθε λογής εθνικές, πολιτικές και συλλογικές τραγωδίες, αλλά και την προσωπική του τραγωδία. Αυτήν ενός βασιλιά που ενώ έχει από νωρίς λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτό που του μέλλεται: Ενα αστραφτερό παλάτι που θα του στερήσει την όραση.
Κι όμως ο ίδιος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το προέβλεπε: «Ξεφύγαν απ' τα χέρια μου οι πίσω μου σελίδες κι ας μου κοστίσαν ακριβά σε κόπους και θυσίες.
Χέι, με περιφρονούνε τώρα και τραβάνε, σαν τρελές μέσα στη μπόρα» (« Οι πίσω μου σελίδες»). Και την ίδια εποχή και στον ίδιο δίσκο («Το περιβόλι του τρελλού, 1969): «Σα ρεμπέτικο παλιό σβήνει η φωνή μου και σκορπάει.Πουθενά στον τόπο αυτό η μπογιά μου τώρα πια δεν περνάει» («Σα ρεμπέτικο παλιό»). Κι έκτοτε σταθερά...
«Ο κόσμος είναι ζόρικος κι εμείς ασθενικοί και ό,τι πούμε το παίρνει η βουή / αίμα και αίσθημα ενός κόσμου αυθεντικού είμαστε το αίνιγμα του εκδημοκρατισμού» («Σημαία από νάυλον» 1971).
«Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά μα ούτε και στους μεγάλους / πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά πως είμαι ασχημοπαπαγάλος» («Τί έπαιξα στο Λαύριο» 1979)
«Τι φταίνε τώρα οι μαύροι κυβερνώντες, οι "Κάππα", τα "ΠΑΣΟΚ" και τα "Νου Δου;" Εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος που εντός του επωάσθηκαν όλοι αυτοί,
εμείς με τις αιώνιες τις δυσθυμίες μας με το κενό και με το αμφισβητώ σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό να ζεις τον θάνατό σου..» («Εμείς του 60», 1989).
Εχει διαφορά η αγωνία αν ζεις τον θάνατό σου μέσα σένα design καθιστικό στα βόρεια προάστεια; Προφανώς δεν έχει. Φυσικά το έργο αυτονομείται και αναπνέει μόνο του. Γι αυτό ο δημιουργός του «Μικρού Μονομάχου» ή στίχων που έγιναν συνθήματα όπως το περίφημο «Είμαι δεκαεξάρης σας γαμώ τα Λύκεια» κι απ' το ίδιο τραγούδι «Οι μειοψηφίες τάγματα ξυπόλητα σκαρφαλώνουν μέσα σε σκοτάδια απόλυτα», μπορεί 20 χρόνια μετά να υποδύεται ότι δεν καταννοεί την απόγνωση της νέας γενιάς και, παραβιάζοντας τον επίλογο του Γκάτσου στον «Κεμάλ» να βγάζει στο Ηρώδειο ανέμπνευστα λογίδρια κατά της κοινωνικής βίας. Κι όμως την ίδια στιγμή το alter ego του ψιθυρίζει αλήθειες που μόνον η δική του ποίηση μπόρεσε να εκφράσει τόσο απόλυτα εύστοχα, τόσο υπερβολικά έγκαιρα: «Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται / εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές» («Οι Παλιοί μας Φίλοι», 1966).
«Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη, / τι θα πάει να πει στην δικαιοσύνη / να το δικαστήριο υψώνεται από δω / όχι μοναχά για το στιλπνό σου το φτερό / αλλά και για την προβοσκίδα σου θαρρώ» («Για τα παιδιά που είναι στο κόμμα», 1979).
«Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης; / Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά / που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης / με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά» (Από το σπαρακτικό, ευθέως αυτοβιογραφικό «Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη», το υπέροχο τραγούδι που δεν λέει ποτέ πια ο Σαββόπουλος στα live του).
Ολο και πιο προφητικό αποδεικνύεται το δυσφημισμένο «Κούρεμα». Προφητικό για τον ίδιο και για τον τόπο, με στίχους ανατριχιαστικά παρόντες: «Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές.
σ' αυτούς που είναι ό,τι ακριβώς κατηγορούν, σ αυτούς να πάτε
Μα εμείς που είμαστε οι ίδιοι οι ποιητές πώς να κρυφτούμε;
Οι κουρεμένοι επαναστάτες, τι να πούμε, τι να πούμε;»
Κι ακόμα:
«Πίσω απ' τ' αυτάρεσκα τραγούδια μας η σήψη προχωρούσε
Τις μπερδεμένες μας ζωές φαουστικά σκηνοθετούσε
Ήμασταν πάντοτε της ήττας που νικάει την εξουσία
και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία».
Ο τελευταίος στίχος αφορά βέβαια την Αριστερά. Μήπως όμως δεν αφορά και τον ίδιο; Ο Σαββόπουλος ζει εδώ και χρόνια την τραγωδία της εξουσίας που του παραδόθηκε με κόστος την στομωμένη έμπνευση και την αριστερή απαξίωση. Δεν νομίζω ωστόσο ότι αξίζει απαξίωση σε όποιον ήξερε αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει την επικίνδυνη στροφή. Τα τραγούδια του μας ειχαν προειδοποιήσει. Και είναι γι' αυτά που ό,τι κι αν λέει πια ο ίδιος και για ό,τι κι αν τον κατηγορούν οι άλλοι, ο Σαββόπουλος έχει επιβιβαστεί στο όχημα της Ιστορίας, μεγάλος και ανυπέρβλητος τραγουδοποιός-ανεξαρτήτως των άλλων επιλογων του.
Γι' αυτό ταιριάζει στο Gagarin. Κι αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να τον συμβουλέψει κάποιος για εκείνες τις βραδιές, Παρασκευή και Σάββατο, πάλι από τα δικά του λόγια προέρχεται:
«Έλα, χωρίς πολιτικούρες με το φτερό σου να πετάει
όχι στων μανιφέστων τις κλεισούρες
αλλά σε κείνο εκεί το μπαρ που ξενυχτάει».