
Μεγάλη Πέμπτη της Ακολουθίας του Νιπτήρος και του Λευτέρη Βογιατζή. Ετσι συνδυάζονται μέσα μας τα πράγματα και τα αισθήματα. Είχε και κάτι πιο μεταφυσικό απ' ό,τι είναι ούτως ή άλλως ένας θάνατος, η αμετάκλητη αναχώρηση του Βογιατζή τέτοια μέρα. Λες και δεν θα μπορούσε παρά να πεθάνει έτσι, μέσα στο Πάσχα, ένας άνθρωπος απόλυτης, μοναστικού τύπου, αφοσίωσης σ' ένα Θεό που λέγεται θέατρο και θεατρικός χώρος, κείμενα, ηθοποιοί, εκφορά του λόγου, ρυθμός, τρόπος και μέθοδος. Εκκλησία ο θεατρικός χώρος όπως τον όριζε ο Βογιατζής κι εκείνος ένας ανορθόδοξος στο ιερό της θεατρικής σκηνής, διαρκώς ανικανοποίητος μπροστά στο Θαύμα που πάντα το ζούσε το κοινό και ποτέ ο ίδιος, ένας Λευτέρης-Θωμάς που αναζητούσε διαρκώς στα κείμενα και στους ηθοποιούς τον τύπο των ήλων.

Ηταν 68 ετών και πάλευε τα τελευταία χρόνια με τον καρκίνο στους πνεύμονες. Εδώ κι αρκετές μέρες νοσηλευόταν στο Υγεία κι από εκεί οι φήμες έφταναν δυσοίωνες. Γι αυτό βγήκε νωρίτερα από το συρτάρι του «Βήματος» προχθές το obituary κοστίζοντας στην εφημερίδα μία γκάφα και μια σπουδή που αποδείχτηκε απλώς ένας προαναγγελθείς θάνατος. Ενας θάνατος που σημαίνει καταρχήν μια τεράστια κενή θέση στο ελληνικό θέατρο αλλά και άμεσα την κατάργηση μιας προσδοκίας που αφορούσε το πολύ κοντινό μέλλον. Ήταν γνωστό πως ο Βογιατζής, έναν χρόνο μετά την αποθέωσή του, πέρυσι στην Επίδαυρο για την σκηνοθεσία του στον «Αμφιτρύωνα» του Μολιέρου, ετοιμαζε για το φετινό Φεστιβάλ της Επιδαύρου τον «Οιδίποδα Τύρρανο» του Σοφοκλή, μόλις το τρίτο αρχαίο δράμα με το οποίο τολμούσε να καταπιαστεί αυτός ο μεγάλος σκηνοθέτης στην 40χρονη θεατρική του πορεία: Είχε προηγηθεί η μακρά του ενασχόληση με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (το 1991-92 και ξανά το 2006) και οι «Πέρσες» του Αισχύλου (το 1999). Λίγα αν σκεφτεί κανείς πώς οι περισσότεροι σπουδαίοι του ελληνικού θεάτρου έχουν μακρύ κατάλογο σκηνοθεσιών στο Αρχαίο Δράμα. Αλλά πάλι ήταν γνωστό ότι η προετοιμασία του ευφυούς σκηνοθέτη Βογιατζή για μία παράσταση προϋπέθετε μακρά βάσανο και για τον ίδιο και για τους ηθοποιούς.
Ο μικρός θεατρικός θρύλος για τις αγωνίες του Βογιατζή πάνω από τα κείμενα κι ύστερα στις πρόβες ήταν λίγο-πολύ γνωστός σε όσους ασχολούνται με το θέατρο. Και στο κοινό που γνώριζε ότι μια παράσταση της Νέας Σκηνής στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων δεν ήταν πάντα βέβαιο ότι θα αρχίσει στην ώρα της. Συχνά οι πρόβες υπερέβαιναν την αυστηρότητα και των ωραρίων και της θεατρικής σύμβασης και οι ηθοποιοί ξεπερνούσαν τις αντοχές τους, αν και ήταν επίσης γνωστό πώς η θητεία στην «Σχολή» Βογιατζή μόνο ως πολύτιμη εμπειρία καταγραφόταν. Με αντίστοιχη εμμονική αγωνία αντιμετώπιζε ο ίδιος ο,τιδήποτε αφορούσε και τα... "παραφερνάλια" του θεάτρου: Οι θεατρικοί ρεπόρτερ ήξεραν πώς μια συνέντευξη με τον Λευτέρη Βογιατζή δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μία απλή και διεκπεραιωτική διαδικασία, αλλά μία αντίστοιχη μικρή βάσανος πάνω από την απάντηση, την διατύπωση και το λόγο. Οσο για τον νεοελληνικό θεατρικό λόγο, αυτόν ο Βογιατζής και τον υπηρέτησε και τον ανέδειξε: Γιώργος Διαλεγμένος φυσικά, αλλά και Δημήτρης Κεχαίδης-Ελένη Χαβιαρά και Λούλα Αναγνωστάκη, είναι λίγα από τα σπουδαία συγγραφικά οναματεπώνυμα στα σκηνοθετικά επιτεύγματα του Βογιατζή. Και στην ξένη δραματουργία, αν αφήσει κανείς τους μεγάλους κλασικούς σαν τον Μολιέρο και τον Τσέχοφ, μήπως ο Βογιατζής δεν ήταν από τους πρώτους που φώτισαν τον θεατρικό λόγο του Χάρολντ Πίντερ και σύστησαν στο ελληνικό κοινό την σκοτεινή δραματουργία της Σάρα Κέιν; 
Γεννημένος το 1945 στην Αθήνα, ο Λευτέρης Βογιατζής σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αργότερα στη Βιέννη πια, παρακολούθησε για δύο χρόνια το «Ράινχαρτ Σεμινάρ». Επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνέχισε τις θεατρικές σπουδές του στη σχολή του Κ. Μιχαηλίδη. «Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν στο Ανοιχτό Θέατρο, που ήταν τότε εκεί που βρίσκεται τώρα το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Ήταν η κατά Γιώργο Μιχαηλίδη ιστορία του Βόιτσεκ, που ονομαζόταν «Τα οράματα του Μπίχνερ». Μετά δούλεψα με το Αμφιθέατρο, ενώ ήταν να πάω στο Τέχνης. Λάτρευα τον Κουν και με λάτρευε, αλλά δεν συνεργαστήκαμε ποτέ. Τώρα, άμα κάτσω και το σκεφτώ, μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανα. Μετά, έμεινα στο Αμφιθέατρο, στη συνέχεια στην επιθεώρηση με τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, μετά στη Λαμπέτη και μετά έγινε η Σκηνή. Τέλος, έγινε η Νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή...», διηγόταν ο ίδιος στον Σταύρο Διοσκουρίδη και στην Lifo, κλείνοντας σε μία παράγραφο την παράλληλη πορεία του ως ηθοποιού και σκηνοθέτη.
Το βιογραφικό του δεν έχει όμως και τόσο μεγάλη σημασία. Είναι μια παράθεση από έργα, βραβεία, επιτυχίες και πίσω από τις γραμμές ξενύχτια κι αγωνίες-ας μην ξεχάσουμε παρόλα αυτά την ειδική ερωτική σχέση του Βογιατζή-ηθοποιού με το σινεμά του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Μάλλον σπανίως ένας αναγνώστης στέκεται στην καταλογογράφηση μίας ολόκληρης θεατρικής ζωής. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι ένας τίτλος ανασύρει μία προσωπική ανάμνηση. Κι όταν φεύγει ένας μεγάλος δημιουργός η συγκίνηση αφορά τις δικές μας απώλειες σαυτές τις αναμνήσεις. Καθώς ξεθωριάζει π.χ.η μορφή του Βογιατζή στην «Αντιγόνη», ο ήχος της ασθμαίνουσας φωνής του που, απαλλαγμένη από συναισθηματικές αποχρώσεις (έτσι όπως ήθελε ο ίδιος για τις σκηνοθεσίες του), φέρει τον λόγο του Κρέοντα, ξεθωριάζει και το καλοκαίρι του 2006. Ετσι γίνεται αυτός ο κόσμος κάπως μικρότερος...