
Ο Γιώργος Κιμούλης στον εμβληματικότερο γυναικείο ρόλο στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου-και της ψυχανάλυσης; Η «Σπείρα» να επιστρέφει στην αριστοφανική μήτρα της ιδέας που την γεννησε το 1999; Ο Μανώλης Μητσιάς γλυκά τρακαρισμένος σαν πρωτόβγαλτος τραγουδιστής; Οι γυναίκες της Κορίνθου ως περιστρεφόμενοι δερβίσηδες; Τσουχτερές πολιτικές αιχμές που με την διαμεσολάβηση του Αριστοφάνη σκάνε δήθεν ανάλαφρα στην σκηνή του «Μικρού»; Διαχρονικές αλήθειες της ανθρώπινης Περιπέτειας που-αν εξαιρέσεις τον Κιμούλη-σκάνε με τρόπο κάπως αδιάφορο και αρκετά αχρωμάτιστο στην Ορχήστρα του «Μεγάλου»; Η Αριστερά πάλι...διχασμένη με το κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα στην κατά Σπύρο Ευαγγελάτο «Μήδεια» του Ευριπίδη και τον Νίκο Μπογιόπουλο διακριτικό θεατή στα κατά Κραουνάκη αριστοφανικά Χορικά; Κι αργά το βράδυ ένας άλλος Χορός, μεικτός και 20χρονος να εκτελεί με άψογο, σχεδόν επαγγελματικό συντονισμό την λάτιν κινησιολογία της Macarena στο «Καπάκι»;
Ε, το πρώτο διήμερο του φεστιβαλικού καλοκαιριού στην Επίδαυρο κήρυξε την έναρξη της σεζόν επαναφέροντας τα γνωστά ήθη και έθιμα: Από τα σχόλια και τις κριτικές για τις δύο παραστάσεις στο «μεγάλο» και στο «μικρό» θέατρο, έως τα κουτσομπολιά, πολιτικά, καλλιτεχνικά και δημοσιογραφικά, που ταξιδεύουν ξαναμμένα, στο νοερό τετράγωνο του επιδαύριου after (Λεωνίδας, «Καλογερικό», «Ακρογυάλι», Καπάκι).
Ας ακολουθήσουμε ανάποδα την εξέλιξη της συνήθους δημοσιογραφικής διαδρομής. Παρασκευή στο «Μικρό» θέατρο της Επιδαύρου, για την παράσταση «Αριστοφάνης τώρα-το γλέντι της κωμωδίας» του Σταμάτη Κραουνάκη και της «Σπείρα-Σπείρα», σ' ένα μουσικό αμάλγαμα βασισμένο στα αριστοφανικά Χορικά (με την απόδοση του Κ.Χ.Μύρη), με έμμετρες, συμβατες με το αριστοφανικό ύφος και ήθος, σύγχρονες σφήνες (σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και του Κραουνάκη) και με τις μουσικές του Κραουνάκη, αλλά και των Άρη Βλάχου, Κώστα Μπαλταζάνη. Σάββατο στο «Μεγάλο», στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δηλαδή, για την «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και μετάφραση Κ.Χ.Μύρη.
* Η πρόταση του Κραουνάκη και της «Σπείρα» έφτασε στη Μικρή Επίδαυρο δαφνοστεφανωμένη από το εξωτερικό όπου οι παραστάσεις σε Κωνσταντινούπολη, Τιμισοάρα και Λονδίνο απέσπασαν ενθουσιώδεις κριτικές. Οι «ιθαγενείς» πάλι που παρακολουθούν σταθερά την δουλειά της κραουνακικής ομάδας γνωρίζουν ότι η ενασχόλησή τους με τον Αριστοφάνη δεν είναι καθόλου όψιμη. Πέρα από το γεγονός ότι η «Σπείρα» ήδη από τα γεννοφάσκια της αποτέλεσε μία εκσυγχρονισμένη και ευέλικτη εκδοχή του αριστοφανικού Χορού, ο Αριστοφάνης δεν έπαψε να έρχεται και να επανέρχεται στο ρεπερτόριο του σχήματος. Αυτή τη φορά η ίδια η εποχή και οι πολιτικοκοινωνικες της συνθήκες του είχαν στρώσει το χαλί. Αρκούσε να το τραβήξει ο Κραουνάκης κάτω από τα πόδια όσων προσώπων και θεσμών νομίζουν ότι είναι μη ανα(σ)τρέψιμοι... Η παράσταση είχε φυσικά όλα τα κραουνακικά στοιχεία της ομάδας: διονυσιασμός, «ασέβεια» και ιερό θράσος, αλλά και σταδιακά ρυθμός και τάξη στην εκ πρώτης όψεως «άναρχη» εικόνα που θέλει να παρουσιάζει η «Σπείρα». Από τους κόλπους του λιττά λευκοντυμένου μπουλουκιού ξεπετιέται σαν αυτοσχέδια η παράσταση και αναδεικνύονται οι χαρακτήρες και τα τραγούδια. Ο Χορός δεν έχει πρωταγωνιστές. Εχει όμως Κορυφαίους. Και αυτό τον ρόλο υπηρετούν εναλλάξ οι ηθοποιοί-τραγουδιστές της ομάδας, αλλά και ο Κραουνάκης ως Αριστοφάνης ή τυφλωμένος Πλούτος κι ο Μητσιάς που φτάνει για να πει 3-4 τραγούδια. Το τρακ, η συστολή και ως «παυσίπονο» το αναλόγιο στη μέση της σκηνής ήρθαν σε αντιδιαστολή με την αει-κινητικότητα της Σπείρας. Αλλά ο ερμηνευτής ως έμπειρος επαγγελματίας έφερε σε πέρας την αποστολή του, όπως ξέρει: Δυνατή, μεστή, καθαρή λαϊκότητα σε μία φωνή που κατορθώνει να ενώσει το αρχαιοελληνικό κάλλος με το βυζαντινό μέλος και την ομορφιά της δημοτικής παράδοσης. Ο Μητσιάς ακόμα και τρακαρισμένος ήταν το δωρικό στοιχείο μίας ιωνικής παράστασης. Μιας παράστασης που βρήκε τον τρόπο να πει πολλά και σοβαρά. Να κρουσει π.χ. τον κωδωνα του πολιτικού κινδύνου. Να μιλήσει για λαϊκή αλληλεγγύη και μη ανοχή και αγωνιστικότητα. Να βγάλει τη γλώσσα στο «σύστημα». Να επικαλεστεί παρηγορητικά τους ποιητές και τον Χατζιδάκι, Να θυμίσει ότι ακόμα ζούμε στον «τόπο που γεννήθηκαν τα γλέντια και η φιλία, ο έρωτας, το θεατρο και η δημοκρατία». Να κατορθώσει να διατηρήσει μέσα από το λαϊκότερο είδος Τέχνης (το τραγούδι) την ουσία του αριστοφανικού διδάγματος: Η Δημοκρατία δεν έχει φοβίες και διλήμματα. Ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο. Οταν ο κόσμος φεύγοντας παίρνει αβίαστα μαζί του τον Αριστοφάνη σ' ένα κουπλέ, τότε υπάρχει ελπίδα...
* Αντίθετα έχω την εντύπωση πως ένα 24ωρο αργότερα ο κόσμος που έφευγε από την παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου δεν πήρε τον Ευριπίδη μαζί του. Μάλλον γιατί η μόνη πολύ ευδιάκριτη σκηνοθετική άποψη αφορούσε την ανάληψη των ρόλων από ένα αμιγώς ανδρικό καστ με βασική την παρουσία του Γιώργου Κιμούλη στο ρόλο της «Μήδειας». Κι αφού ο σκηνοθέτης παρέδωσε το εμβλημα σε έμπειρα χέρια έμοιαζε σαν να υποχώρησε ως προς την υπόλοιπη παράσταση. Ο Χορός άνευρος και άφυλος εγκλωβίστηκε επιπλέον στα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο Χορικά που, όπως κι όλη η παράσταση, έπασχαν από έλλειψη αποχρωσεων. Ολα φαίνονταν κάπως επίπεδα, κάπως «αποδραματοποιημένα». Ήταν άραγε συνειδητή επιλογή ώστε να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο της «Μήδειας»; Μάλλον όχι αφού ορισμένες ερμηνείες εκτός από απονευρωμένες σχολιάζονταν από πολλούς και ως... ατυχείς. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος π.χ. δεν κατόρθωσε να πείσει για την συντριβή του Ιάσονα, ενός πατέρα που χάνει τα παιδιά του, την εξουσία και την προοπτική. Αν κάτι διασώθηκε από αυτή την παράσταση που εξελίχθηκε χωρίς να έχει αποφασίσει μέχρι τέλους τί θέλει να είναι (κλασική ή μοντέρνα, με αναφορές στον μυστικισμό, στις θεατρικές παραδόσεις και στα σκηνικά στοιχεία της Ανατολής ή στην ψυχαναλυτική παράδοση της Δύσης) ήταν ο λόγος που εστω και χωρίς αποχρώσεις είχε διδαχτεί για να ακούγεται καθαρός, σαν δυνατή ανάγνωση του κειμένου. Διασώθηκε επίσης η άποψη του Γιώργου Κιμούλη για τον ρόλο του. Πολύ έμπειρος και καλός ηθοποιός έπλασε την δική του «Μήδεια» βασισμένος στο βίαιο και άγριο ένστικτο ενός ανθρώπου που βρίσκεται βυθισμένος στην απόλυτη απόγνωση. Μέχρι τέλους δεν της επέτρεψε να καταρεύσει ή να βυθιστεί στο δράμα της. Χρησιμοποίησε τα εκραστικά του μέσα και τον πολύ προσωπικό τρόπο με τον οποίο ο ιδιος συνήθως εκφερει το θεατρικό λόγο τονίζοντας εμφατικά τις συλλαβές του, παρουσιάζοντας μία Μήδεια τιμωρητική, εσωστρεφή και αποφασισμένη που δεν κραυγάζει, δεν κλαίει και δεν ολοφύρεται αλλά προειδοποιεί σχεδόν αποστασιοποιημένα για τα δεινά της γυναικείας μοίρας. Κι εκεί τουλάχιστον μπορεί κανείς να εντοπίσει μία ξεκάθαρη πρόθεση και πρόταση αυτής της παράστασης.