
Από την Ιωάννα Κοροπιώτη
'Our ancient ecstasy, do you recall?'
'Why, pray, should I remember it at all?'
Paul Verlaine
Οι «Νύχτες Πρεμιέρας» γιορτάζουν τα 19 τους χρόνια με «Ταινίες που...», όπως είπε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης, «...τις παίρνεις μαζί σου, σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο». Όπως ακριβώς σε κάνει καλύτερο και η μουσική, που έχει και φέτος τη δική της ξεχωριστή θέση σε αυτόν τον κινηματογραφικό θεσμό. Στο πλαίσιο, λοιπόν, του φετινού μουσικού-διαγωνιστικού τμήματος είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το documentary Made of Stone του Βρετανού σκηνοθέτη Shane Meadows, που καταγράφει την επανένωση και αναβίωση των Stone Roses, ενός από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα της σκηνής του Manchester.

Η ταινία αποφεύγει την μακροσκελή αφήγηση, δεν είναι δηλαδή μια βιογραφία της μπάντας επί της οθόνης. Αντίθετα, η ιστορία για την τεράστια επιτυχία του συγκροτήματος και την εξίσου ταχύτατη πτώση του εμφανίζεται σαν... υποσημείωση. Αυτό πιθανότατα συμβαίνει επειδή η φήμη των Stone Roses (ιδιαιτέρως δε στην πατρίδα τους) είναι τόσο μεγάλη και τα γεγονότα λίγο πολύ γνωστά και χιλιοειπωμένα σε δεκάδες άρθρα και αφιερώματα στα απανταχού μουσικά περιοδικά. Αυτό στο οποίο εστιάζει ο Meadows είναι κυρίως ό,τι ακολούθησε μετά την επίσημη ανακοίνωση για την επανένωση της μπάντας τον Οκτώβριο του 2011, γεγονός που πολλάκις είχε συζητηθεί αλλά και διαψευσθεί στο παρελθόν, γιγαντώνοντας ολοένα και περισσότερο τον θρύλο των Stone Roses και τη δίψα του κοινού για την επιστροφή τους στα συναυλιακά venues.
Ο Meadows, γνωστός για την επιτυχία του This is England, πλησιάζει το θέμα με την αγνή διάθεση ενός απλού οπαδού, αφήνοντας τη μουσική να μιλήσει αντί για τα πρόσωπα, σε μια προσπάθεια να παρασύρει τον ακροατή σε ένα ταξίδι στο χρόνο και στη μουσική. Κι εδώ μάλλον είναι που χάνει το «παιχνίδι»: Το φιλμ είναι γεμάτο από μουσικές παύσεις που φαίνονται να διακόπτουν αντί να προωθούν τη δράση, μετατρέποντάς το από documentary σε ένα χαοτικό collage. Απευθύνεται δε σε μυημένους και πιστούς οπαδούς, δίνοντας την εντύπωση πως οποιοσδήποτε άλλος θα κουραστεί γρήγορα.
Υπάρχουν, βέβαια, και σημεία μεστά νοήματος και αισθητικής, όπως η χρήση της ασπρόμαυρης εικόνας στις σκηνές του παρόντος σε αντίθεση με τις έγχρωμες του παρελθόντος, που ήταν γεμάτο από επιτυχίες, μουσική, αγάπη και δημιουργικότητα. Η ταινία καταφέρνει εύκολα να περάσει την φρενίτιδα της buggy εποχής και την ατμόσφαιρα του Madchester μέσα από αξιόλογες αναδρομές, ενώ παράλληλα στηρίζεται σε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της χαρισματικής τετράδας απ το Manchester, όπως τα Waterfall, Where Angels Play, I Wanna be Adored κ.ά.

Επίσης, δεν μπορούν να μείνουν απαρατήρητες τόσο οι συναρπαστικές λήψεις στον επίλογο του έργου, όπου καταγράφεται με μεγάλη μαεστρία η εμφάνιση της μπάντας στη γενέτειρά της τον Ιούνιο του 2012, όσο και ορισμένες ατάκες που δείχνουν την πίστη της μπάντας στην επιτυχία τότε («Ο κόσμος χρειάζεται απλώς λίγο χρόνο για να μας αγαπήσει. Θέλει χρόνο η αγάπη, αλλά είναι αναπόφευκτη...» Ian Brown) και τώρα («Αισθάνομαι σαν προπονητής στην Premier League, έχω όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια όπως τους παίχτες στον πάγκο και πρέπει να διαλέξω ποιος θα παίξει και ποιος θα μείνει εκτός!» Gary Mounfield).
Στα θετικά θα συμπεριλάβω τα ηχογραφημένα μέρη με τον Alfred Hitchcock, τα λόγια του οποίου για τη σημασία της δημιουργικότητας και της καλλιτεχνικής εμπειρίας ταιριάζουν με έναν διαβολικό τρόπο με το περιεχόμενο του φιλμ. Τέλος, σαν καλύτερη σκηνή μπορεί να αναγνωρισθεί αυτή του secret gig στο Warrington, λίγο πριν οι Stone Roses κατακτήσουν ξανά τον κόσμο. Από τις αντιδράσεις των οπαδών τους που -κάνοντας κοπάνα από τις δουλειές τους- έσπευσαν να διεκδικήσουν μια θέση στην πρώτη εμφάνισή τους μετά την επανένωση, καταλαβαίνει κανείς ότι τα πέτρινα τριαντάφυλλα δεν είναι και τόσο πέτρινα, είναι προφανώς φτιαγμένα από πολυτιμότερα υλικά.