Του Τάσου Παπαϊωάννου
ΜΑΤΤ BERNINGER
Αγαπητέ Ματ, το σύστημα δυσκολεύεται κάτω από τον ελληνικό ήλιο.
Δηλώνω εξαρχής μεγάλος θαυμαστής σου. Το γράφω για να μη θεωρηθούν όσα ακολουθούν προϊόν εμπάθειας, κακής διάθεσης ή κάποιας ανεξήγητης εχθρότητας απέναντι στους άντρες που τραγουδούν με κοστούμι για την κατάρρευση της μέσης ηλικίας.
Σε παρακολουθώ στενά από το Alligator του 2005. Ναι, από τότε κρατάει η σχέση μας. Σε έχω δει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ευρώπης. Στην Ιβηρική, στη Σκανδιναβία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Μεσόγειο. Κάτι μπορεί να ξεχνάω κιόλας. Σε αίθουσες, θέατρα, φεστιβάλ, γήπεδα και χώρους που οι διοργανωτές βάφτιζαν «ιδανικούς» επειδή δεν υπήρχε κοντά κανένας άλλος διαθέσιμος.
Ήμουν και στην πρώτη εμφάνιση των National στην Ελλάδα, στο Καραϊσκάκη, λίγο πριν από τους Massive Attack. Κοίτα να δεις σύμπτωση: 15 Ιουλίου και τότε, αλλά στο μακρινό 2008. Εκείνη την εποχή, κι εμείς κι εσύ είχαμε περισσότερα μαλλιά, λιγότερους πόνους στη μέση και την αφελή εντύπωση πως για ένα μεγάλο φεστιβάλ αρκούσαν οι φίλοι, οι μπίρες και τα σωστά τραγούδια.
Τα έχουμε πει από κοντά στη χώρα των Βάσκων. Έχουμε τραγουδήσει αγκαλιά το Terrible Love, μια εμπειρία που θυμάμαι με μεγαλύτερη τρυφερότητα απ’ όση πιθανότατα θυμάσαι εσύ, για τον απλό λόγο ότι εγώ αγκάλιασα τον Ματ Μπέρνινγκερ, ενώ εσύ αγκάλιασες ακόμη έναν ιδρωμένο φαν από την Ελλάδα.
Μου έχεις υπογράψει δίσκους. Σου έχω δηλώσει, με τον ενθουσιασμό ανθρώπου που πίστευε ότι μόλις σου αποκάλυπτε κάτι που δεν είχες αντιληφθεί μόνος σου, πόσο σπουδαίος δίσκος ήταν το High Violet.
Παρακολουθώ κάθε δισκογραφική δουλειά σου. Τις προσωπικές σου περιπλανήσεις, τους National, τα παράλληλα σχέδια των αδελφών Dessner, τις κινήσεις των αδελφών Devendorf, τις συνεργασίες, τις επιστροφές και τις μικρές ή μεγαλύτερες μεταμορφώσεις αυτής της παράξενης οικογενειακής επιχείρησης που κατασκευάζει μελαγχολία για ανθρώπους οι οποίοι έχουν μάθει να πληρώνουν αεροπορικά εισιτήρια για να την ακούσουν ζωντανά.
Επομένως, όσα ακολουθούν γράφονται με αγάπη και εκτίμηση. Με πολλή αγάπη — τόση ώστε, ύστερα από είκοσι χρόνια, να δικαιούμαι να σηκώσω για λίγο το φρύδι και, ίσως, να υποβάλω μερικά αεροπορικά προς αποζημίωση.
Και να σου κάνω μια μικρή παρατήρηση, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξω ολόκληρο τον φάκελο των αποδεικτικών στοιχείων.
Άλλωστε, δεν έχεις τίποτα πια να αποδείξεις. Τα διαπιστευτήριά σου υπάρχουν. Και, ευτυχώς για όλους μας, υπάρχουν και οι τραγουδάρες.
Δεν πρόκειται να ακυρωθεί το Boxer, να μικρύνει το High Violet ή να σταματήσουμε να τραγουδάμε το Terrible Love, το Bloodbuzz Ohio, αγκαλιά με ανθρώπους που γνωρίσαμε πριν από λίγα λεπτά, επειδή μια εμφάνιση ορίστηκε για τις έξι το απόγευμα, κάτω από τον ελληνικό ήλιο, με τη θερμοκρασία να έχει διαφορετική άποψη για το τι σημαίνει κατάλληλο συναυλιακό περιβάλλον.
Αυτό που χρειάζεται ένας άνθρωπος με τη δική σου διαδρομή δεν είναι άλλη μία απόδειξη. Είναι απλώς οι σωστές συνθήκες. Και έξι το απόγευμα, μέσα στο λιοπύρι, δεν ήταν ακριβώς αυτές.
Την προηγουμένη, οι Suede είχαν ήδη υποβληθεί στην ίδια δοκιμασία, λες και το φεστιβάλ ήθελε να εξακριβώσει πόση βρετανική μελαγχολία αντέχει κάτω από τον ελληνικό ήλιο.
Κι όμως, για να καταλάβεις το μέγεθος της αφοσίωσής μας, ήμασταν πάλι εκεί.
Ίσως να θυμάσαι πως εκείνο το καλοκαίρι του κορωνοϊού, όταν άλλαξαν τόσα πράγματα στις ζωές των ανθρώπων, αναβλήθηκε και η επίσκεψή σου στην Ελλάδα με τους National. Μία ακόμη συναυλία που έμεινε για λίγο στο ημερολόγιο και ύστερα εξαφανίστηκε μαζί με όσα θεωρούσαμε τότε δεδομένα.
Όταν μάθαμε, λοιπόν, ότι θα ερχόσουν μόνος σου, είπαμε να είμαστε εκεί. Να σε τιμήσουμε, έστω και χωρίς τους National. Να κλείσουμε, με κάποιον τρόπο, εκείνη την παλιά εκκρεμότητα. Να διασχίσουμε την Αθήνα μέσα στη ζέστη και να φτάσουμε στη συναυλία ήδη μισοψημένοι, πριν ακουστεί η πρώτη νότα.
Γιατί αυτά κάνει ο πιστός θαυμαστής, Ματ. Ακολουθεί τον αγαπημένο του καλλιτέχνη σε χώρες, πόλεις και φεστιβάλ. Συγχωρεί τις αναβολές, τους παράξενους χώρους και τα ακόμη πιο παράξενα ωράρια. Ακόμη κι όταν αρχίζει να αναρωτιέται αν η αφοσίωσή του πρέπει να δοκιμάζεται σε θερμοκρασίες κατάλληλες για αργό ψήσιμο.
Για να παραφράσω ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια σου, το σύστημα μπορεί να ονειρεύεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Δυσκολεύεται, όμως, να λειτουργήσει κάτω από τον καυτό ελληνικό ήλιο, στις έξι το απόγευμα.
Ιδίως όταν το κοινό είναι ακόμη λιγοστό και αρκετοί από όσους θα γεμίσουν αργότερα τον χώρο βρίσκονται καθ’ οδόν, σε κάποια ουρά ή έχουν καταφύγει στην κοντινότερη διαθέσιμη σκιά.
Εσύ, άλλωστε, μοιάζεις να έχεις γεννηθεί για νυχτερινές αίθουσες, χαμηλό φωτισμό, μισογεμάτα ποτήρια, αδιέξοδες σχέσεις και συναισθηματικές καταστροφές που εκδηλώνονται μετά τα μεσάνυχτα. Δεν είσαι ακριβώς ο άνθρωπος που φαντάζεται κανείς να τραγουδά ενώ ο ήλιος χτυπά τη σκηνή και το κοινό αναζητά περισσότερο αντηλιακό παρά υπαρξιακή λύτρωση.
Κι όμως, η συναυλία ήταν καλή. Δεδομένων της ώρας, της ζέστης και του λιγοστού κόσμου που είχε συγκεντρωθεί τόσο νωρίς, αυτό από μόνο του είχε ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Δεν αντιμετώπισες το απογευματινό ωράριο ως αγγαρεία. Τραγούδησες, κινήθηκες, επικοινώνησες με τον κόσμο και προσπάθησες να μικρύνεις την απόσταση που δημιουργούσαν η μεγάλη σκηνή και οι άδειοι ακόμη χώροι γύρω της.
Το μεγαλύτερο μέρος του σετ στηρίχθηκε στον τελευταίο προσωπικό σου δίσκο, Get Sunk, όπως ήταν φυσικό. Δεν είχες έρθει για να παρουσιάσεις μια συναυλία των National με άλλους μουσικούς ούτε για να βασιστείς αποκλειστικά στη νοσταλγία. Ήσουν εκεί για να υπερασπιστείς τη σημερινή προσωπική σου δουλειά και το έκανες με σοβαρότητα, αφήνοντας χώρο και για δύο επισκέψεις στο παρελθόν.
Από τους National κράτησες δύο τραγούδια: το Slow Show, που αρκούσε για να μας γυρίσει αρκετά χρόνια πίσω, και ύστερα το Terrible Love.
Εκεί άρχισαν τα γνωστά. Έκανες αυτό που κάνεις εδώ και χρόνια και που όλοι γνωρίζουμε ότι θα κάνεις, αλλά εξακολουθούμε να παρακολουθούμε με το ενδιαφέρον ανθρώπων που το βλέπουν για πρώτη φορά.
Πήρες το μικρόφωνο, κατέβηκες από τη σκηνή, μπήκες στον κόσμο και συνέχισες να απομακρύνεσαι. Για λίγο δημιουργήθηκε η εύλογη υποψία ότι δεν επρόκειτο απλώς για σκηνικό τέχνασμα, αλλά για προσωπική απόφαση να εγκαταλείψεις το φεστιβάλ από τη Σπύρου Λούη.
Λίγο ακόμη και η μπάντα θα έμενε να παίζει στη σκηνή, ενώ εσύ θα ολοκλήρωνες το τραγούδι καθ’ οδόν προς το Μαρούσι.
Το τέχνασμα είναι γνωστό και το έχουμε δει σε διάφορες χώρες, με διαφορετικό βαθμό επικινδυνότητας. Σήμερα, με το ασύρματο μικρόφωνο, μπορείς να περιφέρεσαι ελεύθερα. Παλαιότερα, όμως, υπήρχε καλώδιο.
Στο Μπιλμπάο και στο Αράς της Γαλλίας είχες κοντέψει να μας πνίξεις με αυτό, περνώντας ανάμεσα στον κόσμο. Η συμμετοχή σε μια συναυλία των National περιλάμβανε τότε την πιθανότητα να τραγουδήσεις αγκαλιά με τον Matt Berninger, αλλά και μια μικρή πιθανότητα να καταλήξεις με το καλώδιο του μικροφώνου του περασμένο γύρω από τον λαιμό σου.
Η τεχνολογία έχει προοδεύσει. Μπορείς πλέον να χάνεσαι μέσα στον κόσμο και να επιστρέφεις στη σκηνή χωρίς τραυματίες. Και, παρότι έχουμε μάθει πια το κόλπο, εξακολουθεί να λειτουργεί. Ίσως επειδή το Terrible Love είναι αρκετά μεγάλο τραγούδι ώστε να αντέχει και τις μεγαλύτερες διαδρομές.
Αργότερα, στη συναυλία των Cure, βρέθηκες δίπλα μας. Χωρίς σκηνή, χωρίς μικρόφωνο και, κυρίως, χωρίς καλώδιο. Έπινες τις μπίρες σου, χόρευες και παρακολουθούσες τη συναυλία με την ευχαρίστηση ενός ανθρώπου που είχε τελειώσει τη δουλειά του και μπορούσε πλέον να απολαύσει τη δουλειά κάποιου άλλου.
Σου μίλησα για την αφοσίωση με την οποία σε ακολουθώ εδώ και είκοσι χρόνια σε όλη την Ευρώπη, αλλά απέφυγα να σου ανοίξω ολόκληρο τον φάκελο της κοινής μας συναυλιακής ιστορίας. Τα θυμόμουν όλα — πιθανότατα με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες απ’ όσες θα ήταν υγιές να ακούσεις εκείνη τη στιγμή.
Άλλωστε, δεν υπήρχε λόγος να φορτωθεί ένας άνθρωπος που έπινε μπίρα και χόρευε στους Cure έναν φάκελο είκοσι ετών.
Για λίγο δεν ήσουν ο Matt Berninger των National, του Boxer, του High Violet και όλων εκείνων των συναυλιών.
Ήσουν απλώς ένας άνθρωπος που χόρευε στους Cure.
Και, για να είμαστε δίκαιοι, λίγες ώρες νωρίτερα είχες δώσει μια καλή συναυλία κάτω από συνθήκες που δεν ήταν καθόλου δικές σου.
Το σύστημα δυσκολεύτηκε κάτω από τον ελληνικό ήλιο.
Η συναυλία, όμως, στάθηκε.
NOTHING BUT THIEVES
Όσο ο ήλιος χαμήλωνε και έχανε κάτι από την προηγούμενη επιθετικότητά του, ο χώρος γέμιζε. Και δεν γέμιζε μόνο από ανθρώπους που περίμεναν τους Cure. Μπροστά στη σκηνή είχε ήδη συγκεντρωθεί ένα πιστό κοινό των Nothing But Thieves, από εκείνα που γνωρίζουν τα τραγούδια, τις παύσεις και τα ρεφρέν πριν ακόμη δοθεί το σύνθημα.
Η βρετανική πεντάδα ανέλαβε την άχαρη αποστολή που αναλογεί συχνά στο προτελευταίο μεγάλο όνομα ενός φεστιβάλ: να παραλάβει έναν χώρο που ακόμη γέμιζε και να τον παραδώσει έτοιμο στο συγκρότημα που όλοι περίμεναν.
Δεν παρακολουθώ τους Nothing But Thieves αρκετά στενά ώστε να προσποιηθώ τον ειδικό. Μπορώ, πάντως, να βεβαιώσω ότι ο Conor Mason έμεινε σε ασφαλή απόσταση από τη Σπύρου Λούη και ολοκλήρωσε ολόκληρο το σετ μέσα στα γεωγραφικά όρια του φεστιβάλ. Μετά τον Ματ, αυτό δεν ήταν αυτονόητο.
Ούτε οι ίδιοι, βέβαια, είχαν την ευκολότερη αποστολή. Έπαιξαν για περίπου μία ώρα, από τις 19.15 μέχρι τις 20.15, με τον ήλιο απέναντί τους να εξακολουθεί να καίει και να χτυπά στα μάτια πέντε Άγγλους που πιθανότατα δεν είχαν προετοιμαστεί γι’ αυτού του είδους τη μεσογειακή ανάκριση. Το δράμα του αποκλεισμού της Αγγλίας θα ερχόταν αργότερα. Δύο τέτοια χτυπήματα μέσα στην ίδια βραδιά θα ήταν υπερβολή ακόμη και για Βρετανούς.
Η πεντάδα από το Σάουθεντ του Έσεξ κινείται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία ανάμεσα στο εναλλακτικό και το γηπεδικό ροκ: κάτι από Muse στις μεγάλες εξάρσεις, Royal Blood στα βαρύτερα ριφ και αρκετή από την άμεση ροπή των Killers προς τα μεγάλα ρεφρέν.
Πάνω στη σκηνή το μείγμα λειτουργεί ακόμη καλύτερα. Ο ήχος γίνεται σκληρότερος και πιο σωματικός, η μπάντα είναι δεμένη και ο Mason κρατά το κέντρο με μια φωνή που περνά με εντυπωσιακή άνεση από την ευαισθησία στην έκρηξη. Δεν χρειάζονται περίπλοκα τεχνάσματα μιας και έχουν τραγούδια φτιαγμένα ώστε να ανοίγουν γρήγορα μέσα σε έναν μεγάλο υπαίθριο χώρο και κοινό πρόθυμο να τα ακολουθήσει.
Από το εναρκτήριο Amsterdam έδωσαν ένα συμπαγές και γενναιόδωρο σετ. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι κέρδισαν και ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού: εκείνους που είχαν έρθει αποκλειστικά για τους Cure και αντιμετωπίζουν συνήθως ό,τι προηγείται ως καθυστέρηση του βασικού προγράμματος. Όσο περνούσε η ώρα, οι συζητήσεις λιγόστευαν, τα βλέμματα στρέφονταν και έμεναν παραπάνω προς τη σκηνή και τα χειροκροτήματα γίνονταν θερμότερα. Οι Nothing But Thieves δεν έμοιασαν ούτε στιγμή με συγκρότημα που βρισκόταν εκεί απλώς για να γεμίσει τον χρόνο μέχρι τους Cure, γιατί για σχεδόν μία ώρα κατάφεραν να κρατήσουν τον χώρο και το κοινό απολύτως δικά τους
Όταν αποχώρησαν, ο χώρος ήταν πια γεμάτος και το κοινό, ακόμη κι εκείνο που είχε έρθει μόνο για τους Cure, τους αποχαιρέτησε θερμά. Ο ήλιος είχε επιτέλους υποχωρήσει και η ένταση πριν από την εμφάνιση των Cure είχε αρχίσει να ανεβαίνει.
Έμενε μόνο να σβήσουν τα φώτα. Και στις εννέα ακριβώς, έσβησαν.
THE CURE
Και στις εννέα ακριβώς, έσβησαν.
Πριν ακόμη εμφανιστεί στη σκηνή, ο Robert Smith φάνηκε στις μεγάλες οθόνες να περιμένει στα παρασκήνια τη στιγμή της εισόδου του. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο άνθρωπος που περίμεναν όλοι περίμενε κι αυτός.
Δεν υπήρχε κάποια επιμελημένη πόζα ούτε η συνηθισμένη προσπάθεια ενός μεγάλου ονόματος να προστατεύσει μέχρι την τελευταία στιγμή το μυστήριο της εμφάνισής του. Στεκόταν εκεί, με το γνώριμο μαύρο περίγραμμα, περιμένοντας απλώς το σύνθημα. Το κοινό τον είχε ήδη δει και η υποδοχή άρχισε πριν προλάβει να κάνει το πρώτο βήμα προς τη σκηνή.
Ύστερα ακούστηκαν οι πρώτοι κρυστάλλινοι ήχοι του Plainsong.
Οι Cure γνωρίζουν καλά ότι μια συναυλία δεν χρειάζεται πάντοτε να αρχίζει με ορμή. Μπορεί να αρχίσει ανοίγοντας αργά έναν χώρο μέσα στον ήδη υπάρχοντα. Τα πλήκτρα απλώθηκαν πάνω από τον χώρο, μπήκαν οι κιθάρες και, μέχρι να ακουστεί η φωνή του Robert Smith, η βραδιά είχε ήδη αλλάξει ξανά θερμοκρασία.
Το Pictures of You ακολούθησε χωρίς να διακόψει αυτή την αίσθηση, περισσότερο ως συνέχεια της ίδιας μεγάλης εισαγωγής παρά ως δεύτερο τραγούδι. Κι από εκεί και πέρα έγινε φανερό ότι οι Cure δεν είχαν έρθει για να συμπιέσουν σχεδόν πέντε δεκαετίες σε μια βιαστική παρέλαση επιτυχιών. Θα έδιναν στα τραγούδια τον χρόνο τους και το κοινό, έμπειρο στην πλειονότητά του, ήταν απολύτως πρόθυμο να τους τον παραχωρήσει.
Άλλωστε, κόσμος υπήρχε πλέον παντού. Ο χώρος είχε γεμίσει ασφυκτικά, με ανθρώπους στρυμωγμένους ακόμη και πολύ μακριά από τη σκηνή και με το γνώριμο σύμπαν των Cure να έχει εγκατασταθεί για τα καλά. Μαύρα ρούχα, πειραγμένα μαλλιά, κόκκινα χείλη, μαύρο μολύβι και μπλουζάκια από περιοδείες που ορισμένοι από τους νεότερους θεατές δεν είχαν προλάβει ούτε ως ιστορικό γεγονός.
Στη σκηνή, όλα ήταν τοποθετημένα με τη γνώριμη οικονομία των Cure. Ο Robert Smith στο κέντρο, ο Reeves Gabrels στις κιθάρες, ο Roger O’ Donnell πίσω από τα πλήκτρα και ο Jason Cooper στα τύμπανα. Με τον Simon Gallup εκτός λόγω ασθένειας, ο Eden Gallup είχε αναλάβει το μπάσο για να καλύψει το κενό του πατέρα του. Δεν ήταν η σύνθεση που είχε σχεδιαστεί για την περιοδεία, αλλά επάνω στη σκηνή δεν υπήρχε καμία αίσθηση προσωρινότητας. Η μπάντα στεκόταν συμπαγής, χωρίς περιττές κινήσεις, αφήνοντας τις κιθάρες, τα πλήκτρα και τις επιβλητικές γραμμές του μπάσου να καταλάβουν τον χώρο.
Το παράξενο στη χθεσινή τους συναυλία ήταν η ολοκληρωτική απουσία του Songs of a Lost World. Σε αρκετές από τις προηγούμενες εμφανίσεις της περιοδείας, το Alone άνοιγε τη συναυλία και το Endsong έκλεινε το βασικό σετ. Στην Αθήνα δεν ακούστηκε ούτε ένα τραγούδι από τον τελευταίο δίσκο.
Ήταν μια περίεργη επιλογή για ένα άλμπουμ τόσο πρόσφατο και τόσο καλό, η οποία όμως δεν μετέτρεψε τη βραδιά σε άσκηση νοσταλγίας. Οι Cure έχουν το σπάνιο προνόμιο να μπορούν να αφήσουν έξω έναν ολόκληρο καινούργιο δίσκο χωρίς να δημιουργήσουν κενό.
Το πρώτο μέρος είχε ως βασικό σημείο αναφοράς το Disintegration. Τα Plainsong, Pictures of You, Lovesong και Fascination Street οδηγούσαν σταδιακά προς το ομώνυμο τραγούδι, που έκλεισε το βασικό σετ.
Ανάμεσά τους, τα High, Catch, Push, In Between Days, The Last Day of Summer και Just Like Heaven άφηναν το πλήθος να αναπνεύσει, όσο ήταν δυνατό, να χορέψει και να τραγουδήσει, πριν τα A Forest, Shake Dog Shake και From the Edge of the Deep Green Sea κατεβάσουν ξανά τη βραδιά στα βαθύτερα νερά της.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη δύναμη των Cure πάνω στη σκηνή. Μπορούν να περάσουν από την απόγνωση στην ποπ ευφορία χωρίς να μοιάζει ότι άλλαξε συγκρότημα ή ότι κάποιος πάτησε κατά λάθος διαφορετική λίστα αναπαραγωγής. Το σκοτάδι και η χαρά δεν βρίσκονται σε αντίπαλες πλευρές. Καταφέρνουν να συγκατοικούν εδώ και δεκαετίες, πιθανότατα χωρίς να μιλούν πολύ μεταξύ τους.
Ύστερα από το Disintegration, η επιστροφή με το Lullaby άνοιξε τη δεύτερη ζωή της συναυλίας. Από εκεί και μετά, ο Robert Smith άφησε για λίγο τον άνθρωπο που κοιτάζει το τέλος του κόσμου και θυμήθηκε τον άνθρωπο που έχει γράψει μερικά από τα πιο ακαταμάχητα ποπ τραγούδια του.
Τα Hot Hot Hot!!!, The Walk, The Lovecats, Friday I’m in Love, Close to Me και Why Can’t I Be You? μετέτρεψαν το πυκνό πλήθος σε μια τεράστια πίστα χορού.
Όσο η συναυλία πλησίαζε στο τέλος, τα χαμόγελα του Smith πλήθαιναν. Κοίταζε το ασφυκτικά γεμάτο πλήθος, τα χιλιάδες φώτα των κινητών και τους ανθρώπους που τραγουδούσαν μαζί του κάθε λέξη, με έναν ενθουσιασμό αληθινό και λίγο αμήχανο.
Έπειτα από σχεδόν πενήντα χρόνια, έμοιαζε ακόμη να εκπλήσσεται που τόσοι πολλοί βρίσκονταν εκεί και ακόμη περισσότερο που δεν είχαν ξεχάσει τίποτα.
Το Boys Don’t Cry έκλεισε τη συναυλία ύστερα από περίπου δύο ώρες και ένα τέταρτο, με τον χρόνο να έχει περάσει σχεδόν ανεπαίσθητα. Και όταν οι υπόλοιποι αποχώρησαν, ο Robert Smith έμεινε μόνος για λίγο στη σκηνή.
Περπάτησε από τη μία πλευρά στην άλλη, χαιρέτησε, χαμογέλασε και προσπάθησε να χωρέσει με τα χέρια του ολόκληρο το πλήθος σε μια τεράστια αγκαλιά. Ήταν μια κίνηση μεγάλη και απολύτως τρυφερή, ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι μια αγκαλιά από τον Robert Smith.
Για λίγα δευτερόλεπτα, έμοιαζε να μην ξέρει πώς να φύγει χωρίς να αφήσει κάτι πίσω. Το χειροκρότημα συνεχιζόταν, εκείνος ξαναχαιρετούσε, χαμογελούσε και άνοιγε πάλι τα χέρια προς το πλήθος, παρατείνοντας έναν αποχαιρετισμό που καμία από τις δύο πλευρές δεν φαινόταν πρόθυμη να τελειώσει.
Ώσπου, κάποια στιγμή, έφυγε.
Εμείς μείναμε λίγο ακόμη, στριμωγμένοι, ιδρωμένοι και χαμογελαστοί, με την αίσθηση ότι η αγκαλιά είχε φτάσει σε όλους μας.
Στο τέλος, η βραδιά είχε καταφέρει να χωρέσει τρεις γενιές χωρίς να ζητήσει από καμία να συμπεριφερθεί σύμφωνα με την ηλικία της. Ο Matt Berninger άνοιξε κάτω από έναν ήλιο που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική προσβολή, οι Nothing But Thieves βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο μεγαθήρια και είχαν την ευγένεια να μη δείξουν ότι τους ενοχλούσε, ενώ οι Cure απέδειξαν πως σχεδόν πέντε δεκαετίες χωρούν άνετα σε δύο ώρες και ένα τέταρτο, αρκεί να έχεις γράψει τα σωστά τραγούδια.
Μένει μόνο μια μικρή διοικητική εκκρεμότητα. Η συναυλία των National που αναβλήθηκε το καλοκαίρι του κορωνοϊού δεν θεωρείται ότι αναπληρώθηκε επειδή εμφανίστηκε μόνος του ο Ματ, όσο καλός κι αν ήταν και όσο μακριά κι αν έφτασε κρατώντας το μικρόφωνο. Περιμένουμε, λοιπόν, την αποκατάσταση της τάξης με τους National ως headliners, αφού έχει δύσει ο ήλιος και με την πλησιέστερη λεωφόρο σε λογική απόσταση. Δεν ζητάμε πολλά. Μόνο τα βασικά.









.jpg)
