Πάνος Πουλίζος: Η μουσική δεν αφήνει να σε «καταπιούν»

Πάνος Πουλίζος: Η μουσική δεν αφήνει να σε «καταπιούν»

Συνέντευξη στον Ηλία Σελιμά

Κάποιες ιστορίες δεν γράφονται μόνο με λέξεις· γράφονται με ήχους, με βλέμματα πάνω στη σκηνή, με σιωπές πριν από το πρώτο ακόρντο. Το «Παίζω σε μπάντα» του Πάνου Πουλίζου είναι ένα βιβλίο για εκείνη τη μαγική στιγμή όπου οι άνθρωποι παύουν να είναι μονάδες και γίνονται ένας κοινός παλμός, μια ανάσα, ένας ήχος.

Μέσα στις σελίδες του, η μουσική μια βόλτα σε γειτονιές· είναι μνήμη, φιλία, αναζήτηση και δρόμος. Είναι οι νύχτες των προβών, η αγωνία πριν από το live, η χαρά μιας νότας που βρίσκει τον προορισμό της. Με αφορμή το βιβλίο του, ο Πάνος Πουλίζος μάς μιλά για εκείνες τις εποχές και για εκείνους τους ανθρώπους που έκαναν τη μουσική όχι απλώς ήχο, αλλά τρόπο ζωής. Με τον Πάνο ταξιδέψαμε πίσω από τις γραμμές του βιβλίου του, εκεί όπου γεννιούνται οι ιστορίες που δεν ακούγονται πάντα, αλλά μένουν για πάντα μέσα μας — όπως ένα τραγούδι που αγαπήσαμε κάποτε και δεν ξεχάσαμε ποτέ.

Αξίζει να αναζητήσετε το «Παίζω σε μπάντα» του Πάνου Πουλίζου και να αφήσετε τις σελίδες του να σας ταξιδέψουν σε έναν κόσμο όπου η μουσική ήταν πάνω απ’ όλα συνάντηση, παρέα και συναίσθημα. Ένα βιβλίο για όσους έζησαν τη μαγεία μιας μπάντας, αλλά και για όσους θέλουν να ανακαλύψουν τι κρύβεται πίσω από εκείνες τις πρώτες νότες που γεννήθηκαν μέσα σε μια γειτονιά και έμειναν για πάντα στην καρδιά. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.


Πάνο πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη συγγραφή;

Αρχίζοντας, θα σου πω πως θεωρώ ότι δεν έχω και μεγάλη σχέση με τη συγγραφή. Πάντα όμως μου άρεσε να ακούω ιστορίες και να συμμετέχω σε τραπέζια που λέγονταν ιστορίες. Είτε μουσικές είτε άλλες.
Κάποια περίοδο, δυστυχώς, χάσαμε ξαφνικά και απροσδόκητα έναν φίλο, ο οποίος ήταν πραγματική «πηγή» μουσικών ιστοριών. Τότε όλη η παρέα συνειδητοποίησε ότι μαζί του, χάσαμε και τις ιστορίες του. Αυτή ήταν η στιγμή που αποφάσισα να γράψω όσες μουσικές ιστορίες θυμόμουν και να προσπαθήσω να βρω και άλλους ανθρώπους για να καταγράψω ακόμη περισσότερες. Αρκετοί φίλοι άρχισαν να με κοροϊδεύουν και να μου λένε ότι θα ήταν ωραία να τις γράψω αλλά ποιον αφορούν αυτές οι ιστορίες; Αφορούν τελικά κανέναν;
Όσο προχωρούσα το project και γράφονταν πράγματα, συνειδητοποίησα ότι τελικά αφορούν περισσότερο κόσμο από όσο νόμιζα αρχικά. Αφορούν ανθρώπους που θέλουν να δουν πώς ήταν τα πράγματα λίγα χρόνια πριν, όταν τα ψηφιακά μέσα δεν είχαν εισβάλλει τόσο αποφασιστικά στη ζωή μας. Όταν τα πράγματα ήταν λίγο πιο αγνά και οι παρέες λίγο πιο ζωντανές. Οι μουσικές ιστορίες αυτές, ήταν τελικά ιστορίες δημιουργίας. Έτσι λοιπόν αποφάσισα με πάρα πολλές δυσκολίες, καθώς δεν είχα τη γνώση, να οργανώσω το υλικό και να φτιάξω τελικά το βιβλίο που κρατάς τώρα στα χέρια σου.

Αν αντιπαραθέσουμε αυτές τις δύο εποχές, την πριν ψηφιακή κατάσταση με την μετά ψηφιακή κατάσταση, ποια από τις δύο σε γοητεύει περισσότερο και γιατί;

Δεν είναι τόσο εύκολο να τις συγκρίνει κανείς. Η τεχνολογία σου δίνει ευκολίες να κάνεις απίστευτα πράγματα, στον αντίποδα όμως σου στερεί το συναίσθημα, την προσωπική επαφή που είναι τελικά η κοιτίδα της δημιουργίας. Γιατί η προσωπική επαφή, όπως θα δεις και στις σελίδες του βιβλίου, φέρνει πλάκα, φέρνει συναισθήματα, δημιουργεί ομάδες και τελικά δημιουργεί ιστορίες άξιες να διηγηθεί κανείς.

Τι είναι μπάντα για σένα, Πάνο;

Αν το κοιτάξεις το λεξικό, γράφει πως είναι το μικρότερο γκρουπ ανθρώπων που μπορεί να δημιουργήσει κάτι. Κάπως έτσι το σκέφτηκα. Και παρόλο που το συγκρότημα ίσως θα ήταν πιο δόκιμη λέξη, προτίμησα τον όρο «μπάντα» γιατί περιλαμβάνει πιο πολλά πράγματα. Είναι κάτι ευρύτερο. Ας πούμε, και μια φιλαρμονική θα την πούμε μπάντα. Και ένα ροκ συγκρότημα θα το πούμε μπάντα. Θεωρώ ότι είναι ευρύτερο.

Από τον τίτλο του βιβλίου... ενδιαφέρει μόνο αυτούς που παίζουν σε μπάντα το βιβλίο;

Ξεκάθαρα όχι. Ενδιαφέρει ευρύτερο κοινό. Ενδιαφέρει όλους αυτούς που τους αρέσει η μουσική, που πηγαίνουν να παρακολουθήσουν μπάντες και συναυλίες, που αγοράζουν ακόμα δίσκους και cd, παρά την ευκολία που δίνουν οι πλατφόρμες. Όλους αυτούς που τους αρέσει να παρακολουθούν δημιουργικές διαδικασίες, εν τη γενέσει τους. Το βιβλίο μιλάει για παρέες.

Τι είναι η μουσική για σένα;

Η μουσική για μένα είναι τα πάντα. Είναι η αγάπη μου, είναι η συντροφιά μου στα δύσκολα και στα εύκολα, είναι το χόμπι μου. Ακούω πάρα πολλή μουσική και είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου. Προσπάθησα και προσπαθώ ακόμα να γίνω καλός ερασιτέχνης μουσικός χωρίς ωστόσο μεγάλη επιτυχία!
Όταν απέκτησα παιδιά, κατάλαβα ότι ένα πράγμα που θα ήθελα να μεταδώσω στα παιδιά μου είναι αυτή η αγάπη για τη μουσική. Έχουμε ξεκινήσει καλά, θα δούμε.

Ποια από όλες τις ιστορίες που έχεις μαζέψει σε δυσκόλεψε περισσότερο;

Είχα στην αρχή πάρα πολλές δυσκολίες στο να μαζέψω όλο αυτό το υλικό, γιατί έπρεπε να πείσω πολλούς ανθρώπους ότι θα κάνω κάτι σοβαρό. Ότι θα κάνω κάτι που θα είναι άρτιο αισθητικά, κάτι που θα μείνει και θα το διαβάζει κανείς με ευχαρίστηση.
Μεγάλη δυσκολία ήταν να ξεκαθαρίσω το υλικό. Είχα ηχογραφήσει άπειρες ώρες. Συνειδητοποίησα, πόσο δύσκολο είναι να πάρεις τον προφορικό λόγο και να το κάνεις γραπτό, χωρίς να παρέμβεις στο στυλ αυτού διηγείται. Και όλο αυτό στο τέλος να είναι ομοιογενές και να έχει ρυθμό. Μόνος μου δεν θα τα κατάφερνα. Πάρα πολλοί φίλοι με βοήθησαν, διάβαζαν τις ιστορίες μου, μου κάνανε προτάσεις κι αυστηρή κριτική.

Ποιοι σε βοήθησαν σε αυτό;

Με βοήθησε φυσικά οι άνθρωποι του εκδοτικού οίκου και κυρίως η Διονυσία Ζάφειρα που έκανε την επιμέλεια του κειμένου. Η εμπειρία τους κι οι συμβουλές του έκαναν πολύ πιο εύκολο το έργο μου και πολύ καλύτερο το αποτέλεσμα.
Άλλο ένα πολύ δύσκολο σημείο ήταν να γίνουν οι μουσικές ιστορίες προσιτές κι εύκολες να τις απολαύσει και κάποιος που δεν ξέρει την ορολογία.
Ειδικά στο θέμα της ορολογίας, με τον Αργύρη Βασιλείου, ένα πολύ καλό φίλο και φανταστικό μουσικό, προσθέσαμε στο τέλος κι ένα λεξικό. Ένα λεξικό όρων αργκό, το οποίο έχει πάρα πολύ μεγάλη πλάκα. Λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί μουσικοί στο πάλκο, οι παλιοί δάσκαλοι της δημοτικής μουσικής . Υπάρχει η επεξήγησή τους και μερικά σχόλια για το πώς βγήκαν. Τις περισσότερες εννοείται δεν τις ήξερα ούτε εγώ.

Τι θα διαβάσει κάποιος που θα το πάρει και θα το ανοίξει. Τι ιστορίες έχει;

Το βιβλίο δεν περιέχει ροκ ιστορίες, περιέχει ροκ καταστάσεις. Αν και υπάρχει αρκετό ροκ στις σελίδες του, υπάρχουν εξίσου ιστορίες από λαϊκή, παραδοσιακή μουσική αλλά κι αρκετή τζαζ. Ιστορίες από πρόβες, από εμφανίσεις, από περιοδείες, ιστορίες από φιλαρμονικές, χορωδίες, μέχρι και μια ιστορία του Στέφανου Σουλδάτου σχετική με τη βυζαντινή μουσική.
Όποιος το διαβάσει θα ταξιδέψει από ταπεινά προβάδικα σε συναυλίες στο Ηρώδειο ή στο Μέγαρο μουσικής. Από περιοδείες στην επαρχία, εμφανίσεις σε ρεμπετάδικα και σε γαμήλια πάρτυ μέχρι εμφανίσεις σε «παράξενα» στέκια στις όχθες του Μισισιπή.
Ο συνδετικός κρίκος σε όλες τις ιστορίες, είτε είναι αστείες είτε λυπητερές είναι ότι έχουν πάθος. Πάθος για τη μουσική.

Είναι η μουσική μία ή υπάρχουν είδη, κατά τη γνώμη σου;

Εγώ θα έλεγα ότι η μουσική είναι τελικά μία. Η όλη η ενασχόληση με τη μουσική είναι μία ενιαία δραστηριότητα, άσχετα με ποιο είδος της ασχολείται κανείς. Κατά τη γνώμη μου όταν κανείς αγαπάει τη μουσική ή οποιαδήποτε τέχνη, γίνεται πάλι παιδί. Αποκτά ξανά το πάθος και τη δημιουργικότητα που έχουν τα παιδιά. Κι όπως τα παιδιά μπορούν να παίξουν μαζί ακόμα κι αν δε μιλούν την ίδια γλώσσα, έτσι ανεξάρτητα από τα είδη και τις υποδιαιρέσεις τους, υπάρχει κάτι κοινό που δονεί όλους αυτούς τους ανθρώπους.

Αν ήταν δίσκος το «Παίζω σε μπάντα», ποιος δίσκος θα ήταν;

Θα ήταν ένας ροκ δίσκος με στοιχεία garage. Θα ήθελα όμως να έχει... και κάτι ελληνικό. Οπότε, θα έμοιαζε με τους πρώτους δίσκους των Τρύπες ή των Panx Romana.
Τις τελευταίες μέρες ακούω πάρα πολύ τον κλασικό δίσκο των Violent Femmes. Σε αυτό το δίσκο η μουσική είναι απλή κι όχι τόσο «γυαλισμένη», ωστόσο από την πρώτη ακρόαση αισθάνεται κανείς το πάθος και την ενέργεια της μπάντας. Το «παίζω σε μπάντα» θα μπορούσε να είναι αυτός ο δίσκος.

Υπάρχουν μπάντες στη γειτονιά σου;

Τώρα, έτσι όπως έχουμε γίνει, δεν υπάρχει καν γειτονιά πια! Από την ώρα που ξεκίνησα να το γράφω το βιβλίο μέχρι τώρα, που πάνε τρία-τέσσερα χρόνια ίσως και παραπάνω, τα μισά απ' τα στούντιο που αναφέρονται μέσα έχουν κλείσει. Αυτό σημαίνει ότι λόγω οικονομικών συνθηκών κι Airbnb, οι μουσικές μικροκοινότητες στη γειτονιά εκλείπουν κι αυτές. Τα στούντιο και τα στέκια γίνονται ξενοδοχεία και μπραντσάδικα! Οι μπάντες δε βρίσκουν χώρους και καταλήγουν να ανταλλάζουν αρχεία αντί να κάνουν πρόβες.
Το παρήγορο βέβαια είναι σε πείσμα όλων των παραπάνω, καμιά φορά καθώς περπατάω ακούω κάποιους να προβάρουν σε κάποιο υπόγειο. Αυτό μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά, γιατί κόντρα στις αντιξοότητες, φαίνεται τελικά ότι κάποια πράγματα επιμένουν ακόμα. Παίρνω μεγάλη χαρά επίσης, όταν βλέπω νέα παιδιά με όργανα στην πλάτη. Κουβαλάνε, χωρίς να το καταλαβαίνουν ίσως, μια υπέροχη κληρονομιά στην πλάτη τους.

Αν ένας πιτσιρικάς, που μόλις έφτιαξε μια κιθάρα ή έφτιαξε μια μπάντα, διάβαζε το βιβλίο, τι θα ήθελες να του μείνει;

Θα ήθελα να του πω ότι η μουσική είναι επικοινωνία, κοινωνία και ψυχαγωγία με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Οδηγεί δηλαδή την ψυχή.
Τελικά η θεωρητικές γνώσεις, η «παικτική δεινότητα», τα όργανα, ο εξοπλισμός κλπ, χρειάζονται μόνο για ένα πράγμα. Για να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους και να δημιουργήσεις. Να περάσεις καλά. Να μοιραστείς τον εαυτό σου και να δεχτείς το κομμάτι του εαυτού των άλλων.
Αν κάτι σου δίνει η μουσική αυτό είναι η δυνατότητα να εκφραστείς, να εξωτερικεύσεις πράγματα που σε καταπιέζουν, να νιώσεις τη χαρά της δημιουργίας και να επικοινωνήσεις.
Θα έλεγα λοιπόν στον τον πιτσιρικά να κρατήσει σφιχτά την κιθάρα που έφτιαξε και να την αφήσει να τον ταξιδέψει. Να διαβάσει το βιβλίο με τις ιστορίες των άλλων αλλά ο στόχος του να είναι να δημιουργήσει τις δικές του.

Αν σε ένα δωμάτιο ήταν ο Πάνος που ήταν πιτσιρικάς και ο Πάνος που καθόμαστε τώρα εδώ, τι θα σου έλεγε;

Στην εισαγωγή του βιβλίου μιλάω για τον μικρό εαυτό μου. Πώς ήμουν όταν γνώρισα τη μουσική. Δεν είχα καμία σχέση ούτε εγώ ούτε η οικογένειά μου με τη μουσική και γεννήθηκα σε επαρχιακή πόλη χωρίς πολλές προσλαμβάνουσες ή δυνατότητες. Κάποια μέρα ένας φίλος μου είπε να πάμε να δούμε ένα συγκρότημα, να προβάρει. Και πήγαμε. Αυτό ήταν.
Κατάλαβα ότι όλο αυτό το πράγμα μου αρέσει κι ότι στο μέλλον θα προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να παίξω σε μπάντα.
Τα χρόνια πέρασαν και έμαθα κουτσά στραβά να παίζω και κατάφερα τελικά να φτιάξω μπάντα. Ποτέ δεν έφτασα στα επίπεδα που είχα ονειρευτεί ωστόσο έκανα την προσπάθειά μου με πάθος και αυταπάρνηση.
Έτσι λοιπόν, πιστεύω ότι αν εκείνος ο μικρός Πάνος έβλεπε, ότι τελικά δεν τα παράτησα και έμαθα μουσική, ότι βρήκα και φίλους να παίζουμε παρέα είκοσι χρόνια τώρα, ότι η αγάπη μου για τη μουσική με έκανε να κρατάω αυτό το βιβλίο στο χέρι μου, θα ήταν περήφανος για μένα. Πιστεύω θα έλεγε «ρε μεγάλε εαυτέ μου, δεν τα πήγες κι άσχημα, δεν έχασες τα πάντα στον δρόμο». Ίσως να πίναμε και μια μπύρα.

Υπήρξε στιγμή που η μουσική σου έδωσε το χτύπημα στο ώμο για να κάνεις το βήμα παρακάτω; Πόσο χρήσιμη ήταν στη ζωή σου μέχρι τώρα;

Η αλήθεια είναι πως ήταν κάτι παραπάνω από χρήσιμη. Δεν μου έδωσε ποτέ κανένα χτύπημα στον ώμο για να ασχοληθώ πιο επαγγελματικά αν εννοείς αυτό. Δεν ήμουν και τόσο καλός είπαμε.
Με βοήθησε όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα για μένα. Με βοήθησε να βγάλω τις στεναχώριες και να φτιάξω τραγούδια, να εκφραστώ. Μου έδωσε παρέα, φίλους, με τους οποίους έχουμε περάσει πολύ ωραία κι έχουμε κάνει άπειρες βλακείες μαζί.
Όταν παίζεις μουσική, όταν ασχολείσαι με την τέχνη, είναι σαν να κρατάς κάτι από το μικρό παιδί μέσα σου. Μπορεί γύρω σου όλα να σοβαρεύουν, να μεγαλώνουν, να γίνονται πιο σημαντικά ή πιεστικά όμως η μουσική δεν αφήνει να σε «καταπιούν».
Πάντα μένεις λίγο έξω από όλα αυτά. Πάντα μένεις λίγο παιδί.

Ποια φράση από τις ιστορίες που έχεις συλλέξει σου έχει μείνει μέσα σου και σε εκφράζει.

Θα σου πω την πιο μικρή ιστορία του βιβλίου. Είναι μόνο δύο γραμμές. Ένα μικρό κοριτσάκι 9 χρονών που ήρθε με το προσφυγικό κύμα, όπως το λένε κάποιοι, βρέθηκε σε ένα σχολείο. Στο τμήμα ένταξης. Εκεί έγραψε μια την παρακάτω έκθεση για τον εαυτό της. Θα ήθελα όλοι να με αγαπούν. Θα ήθελα όμως και να μάθω να παίζω μουσική, γιατί η αγάπη μπορεί να τελειώσει αλλά η μουσική δε θα τελειώσει ποτέ. Και αυτό το είπε ένα παιδί πονεμένο, που είχε ήδη περάσει πάρα πολλά. Το μόνο που ένιωθε ότι μπορούσε να την κρατήσει είναι αυτό το πράγμα. Το άφησα αυτούσιο έτσι όπως το βρήκα και παρόλο που δεν είναι ολόκληρη ιστορία, θεωρώ ότι είναι οι δυο πιο συγκλονιστικές γραμμές του βιβλίου.

Πόσο εύκολο ήταν να βρεις εκδοτική στέγη;

Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Όταν έφτιαξα το υλικό μου σε μια κατάσταση που μπορούσα να το δείξω, άρχισα να το στέλνω σε εκδοτικούς οίκους. Είχα πάρα πολύ λίγες απαντήσεις κι από ένα σημείο και μετά άρχισα λίγο να αποκαρδιώνομαι και να λέω ότι δεν θα τα καταφέρω.

Τι ήταν αυτό που σε έκανε να συνεχίσεις;

Αυτό που σκέφτηκα τότε είναι το υλικό που έχω μαζέψει να το κάνω ένα pdf και να το μοιράσω σε όσους ξέρω, να το διαβάσουν.
Ωστόσο από την αρχή η πρόθεσή μου είναι να φτιάξω κάτι που να μείνει. Κάτι που θα βρει τη θέση του στα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Να μην φτιάξω κάτι πρόχειρο. Τότε βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι μου είπαν ότι πρέπει να επιμείνω.
Υπήρξαν αρκετοί που με πίεζαν να μην το παρατήσω. Ο φίλος Γιάννης Σιδεράκης, που έχει γράψει και τον πρόλογο του βιβλίου μου έβαλε σχεδόν τις φωνές για να μην τα παρατήσω και να το φτάσω ως το τέλος. Και αυτό με πείσμωσε.
Τελικά ήρθε μια θετική απάντηση από εκδότη. Έδειξαν πραγματικό ενδιαφέρον και τελικά είχαμε happy end. Ίσως όλη αυτή η περιπέτεια να έπρεπε να γίνει, για να γνωρίσω τους ανθρώπους στις εκδόσεις Γκοβόστη που φέτος κλείνουν τα 100 χρόνια στο χώρο.

Ποιος έχει δημιουργήσει το εξώφυλλο;

Το εξώφυλλο το έχει δημιουργήσει ο γραφίστας Κώστας Καραγκούνης οποίος είναι παιδικός μου φίλος και κουμπάρος. Με τον Κώστα έχουμε κάνει απίστευτα projects από παιδιά. Μέχρι και φεστιβάλ με συγκροτήματα κάναμε. Έβαλε στο εξώφυλλο τον εαυτό του κι όλη του την αγάπη. Αυτός είναι ο λόγος που το αποτέλεσμα είναι τόσο καλό και δίκαια έχει προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον.

Τι ένιωσες όταν τελείωσε το βιβλίο;

Όταν το έπιασα στα χέρια μου, ένιωσα πως είναι το χάρτινο παιδί μου.
Ένιωσα μια προσμονή για να δω τι θα συμβεί όταν κυκλοφορήσει. Τι ιστορίες θα μου φέρει πίσω.
Ο Γιάννης (Σιδεράκης) που έχει ήδη εκδώσει τρία πολύ επιτυχημένα βιβλία μου είπε ότι το πιο δυνατό συναίσθημα είναι όταν το δεις να το κρατάει κάποιος άλλος στο χέρι του. Κάτι ήξερε.

Πώς ενημερώνεσαι μουσικά, πώς ακούς νέες μπάντες.

Πηγαίνω σε συναυλίες και μου αρέσουν ιδιαίτερα οι μικρές συναυλίες. Παρακολουθώ φίλους στο Facebook που είναι πιο πολύ μέσα στα πράγματα κι ακούνε καινούργιες μπάντες. Πλέον μεγάλο ρόλο παίζουν και οι πλατφόρμες.

Να υποθέσω ότι έχεις παράπονο από το ραδιόφωνο που ακούγαμε παλιά;

Το ραδιόφωνο θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερο. Δεν ξέρω αν φταίει ο κόσμος που ακούει όλο και λιγότερο ή οι ραδιοσταθμοί που λιγοστεύουν το ζωντανό πρόγραμμα και αντί για παραγωγούς ακούμε λίστες.
Όπως και να έχει, μου αρέσει μου αρέσει πολύ το ραδιόφωνο. Αγαπημένη μου εκπομπή είναι αυτή της Θέκλας Τσελεπή στον Κόκκινο, αλλά και μία διαδικτυακή το Mojο Power που παίζει μπλουζ, του φίλου του Δημήτρη Παπανικολάου. Υπάρχουν κι άλλες πολλές. Ακούω διαδικτυακά και σταθμούς της Νέας Ορλεάνης και του Σικάγο γιατί όπως σου ανέφερα, μου αρέσουν πολύ τα μπλουζ.

Όσο μεγαλώνουμε αλλάζει ο τρόπος που ακούμε μουσική ή αλλάζει μόνο ο τρόπος που την κουβαλάμε μέσα μας;

Αλλάζει ο τρόπος που ακούμε μουσική. Έχουμε ακούσει πολλή μουσική από μικροί οπότε έχουμε φτιάξει μια βάση δεδομένων. Έχουμε αγαπημένες μουσικές που ακούγαμε παλιά κι αγαπημένες μουσικές του τώρα. Έχουμε συνδέσει μουσικές με καταστάσεις ή πρόσωπα. Αυτό καμιά φορά δημιουργεί χωροχρονικά, ας πούμε, τούνελ. Δηλαδή εκεί που είσαι μέσα στο αυτοκίνητο και κορνάρεις και νευριάζεις μπαίνει ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο και σε πάει εκεί που ήσουνα 17 χρονών στον Κιάτο, στην παραλία με τους φίλους. Τότε αλλάζουν τα πάντα κι ενώ γύρω σου υπάρχει χάος, εσύ ταξιδεύεις κάπου αλλού. Η μουσική είναι ολιστική και πολύ συχνά υπερβατική εμπειρία.

Θα υπάρξει δεύτερο στη σειρά; Ποια είναι τα σχέδιά σου;

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι πως από τότε που εκδόθηκε όλο και περισσότεροι θυμούνται μια ιστορία ακόμα. Ήδη άρχισαν να μου στέλνουν καινούριες. Άρα το υλικό μαζεύεται σιγά σιγά. Ωστόσο τώρα ζω την έκδοση και το ταξίδι του βιβλίου και είναι πολύ νωρίς για καινούρια σχέδια.

Πάνο σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την κουβέντα που είχαμε.

Εγώ σε ευχαριστώ Ηλία. Να είσαι καλά.