
Η Νατάσσα Μποφίλιου ξεχώρισε σχεδόν εξαρχής για δύο πράγματα. Πρώτον απέδειξε από πολύ νωρίς ότι είναι η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεύτρια της γενιάς της. Και δεύτερον ότι είναι ένα κορίτσι με ισχυρή προσωπικότητα και άποψη την οποία μπορεί και ξέρει να διατυπώνει τολμηρά χωρίς να την στρογγυλεύει, είτε αφορά π.χ. την πολιτική κατάσταση, είτε τα πρόσωπα και τα πράγματα του χώρου της. Κυρίως τα πράγματα. Γι' αυτό και μέχρι τώρα υπήρξε ιδιαιτέρως αυστηρών προδιαγραφών και ως προς τις μουσικές επιλογές της και ως προς τις συνεργασίες της. Απέφυγε τις εκπτώσεις και, από τα τραγούδια έως και τους χώρους, ο,τιδήποτε θα έκλεινε το μάτι στην κακώς εννοούμενη εμπορικότητα.

Τότε γιατί στο καλό τη φετινή χρονιά της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα υποδοχής, αποδοχής και φήμης που έχει γνωρίσει στα 9 χρόνια της μουσικής της παρουσίας της, αποφάσισε να ανταποκριθεί στην επιτυχία της με όρους πίστας; Δεν αναφέρομαι φυσικά στα καινούρια της τραγούδια ή στις μουσικές της επιλογές. Αυτά χάρη στην ίδια αλλά και στο δίδυμο των Θέμη Καραμουρατίδη (μουσική)-Γεράσιμου Ευαγγελάτου (στίχοι) διατηρούν μία μελωδική και στιχουργική ποιότητα υψηλού επιπέδου για τα σημερινά δεδομένα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Αναφέρομαι στο χώρο και στον τρόπο των τωρινών της εμφανίσεων. Δηλαδή:

* Ο καινούριος χώρος Κύκλος Live Stage όπου εμφανίζεται η Μποφίλιου, έχει την αισθητική της καμουφλαρισμένης πίστας. Δεν φταίει φυσικά το γεγονός ότι πρόκειται για πρώην αποθηκευτικό χώρο, συνεπώς χωρίς παράθυρα ή ανοίγματα. Κυρίως φταίει η διάταξη των τραπεζιών, η αρχιτεκτονική και χωροταξική λογική και η απουσία μεγάλων μπαρ. Είναι δυνατόν ένα από τα δημοφιλέστερα ονόματα της νέας γενιάς στον δυσκολότερο χειμώνα της οικονομικής και κοινωνικής μας κρίσης να εμφανίζεται σε XL μαγαζί που αποθαρρύνει όποιον νέο ακροατή θέλει από άποψη και τσέπη να καθίσει στο μπαρ; Φυσικά μεγάλος χώρος σημαίνει πιο γκαζιάρης ήχος, εκ των πραγμάτων λιγότερο εύστοχος απ ό,τι σε άλλα live της Μποφίλιου.
* Λογικές για μεγάλη σκηνή, όχι όμως για το low-budget νεανικό ακροατήριο της Μποφίλιου είναι οι τιμές: 50 ευρώ δια δύο το κρασί, 100 δια τέσσερα το ουίσκι και η είσοδος με ποτό 12 ευρώ.

* Θα περίμενε κάποιος ότι για την εισαγωγική ώρα πριν από την έξοδο της Μποφίλιου στη σκηνή θα είχε επιλεγεί ένα σχήμα support, συμβατό με ό,τι μπορεί να εκφράζει η ίδια. Π.χ. κάποιος πρωτοεμφανιζόμενος και ελπιδοφόρος τραγουδοποιός ή ερμηνευτής, ένα ψαγμένο νεανικό γκρουπάκι, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Όμως όχι. Το μουσικοθεατρικό τρίο των Guillotinas Project, με επικεφαλής την Μαρία Διακοπαναγιώτου κλείνει το μάτι στην διαφημιστική γκέλα που έκανε η φήμη της τελευταίας ως «Τασούλα», αλλά ως πρόταση αποτυγχάνει παταγωδώς να είναι τόσο μουσική, όσο και θεατρική. Φέρνει περισσότερο σε απόπειρα για άστοχες παρωδίες τραγουδιών που αντιστέκονται σθεναρά στις βουκολικές διαθέσεις της Διακοπαναγιώτου να αρμέξει π.χ. από το «μη μου ξαναφύγεις πια μάγκα μου», κακή τζαζ απόδοση, τάχα μου σατιρική.
* Προσωπικά έχω υποκλιθεί στις ερμηνείες και στο στυλ της Μποφίλιου όχι μόνον όταν συνεργάστηκε με τον Ξαρχάκο (σ' ένα ρεπερτόριο που έγινε αιτία να την ανακαλύψει κι ένα πολύ ωριμότερο ακροατήριο), αλλά και πολλά χρόνια νωρίτερα. Οι επιλογές της έκλιναν σε μικρούς χώρους κλαμπίστικης λογικής και σε προγράμματα που ανθολογούσαν ελληνικά και ξένα αριστουργήματα, δίνοντάς της την δυνατότητα να ανοίξει ολόκληρη τη βεντάλια του μουσικοθεατρικού της ταλέντου. Το μεγάλο ατού αυτής της τραγουδίστριας που είναι ακόμα καλύτερη στο live από ό,τι στο ηχογράφημα, είναι η ικανότητά της να αντιμετωπίζει κάθε τραγούδι ως μονόπρακτο και να το ερμηνεύει εσωτερικά. Εδώ όμως εσωτερικότητα δεν επέτρεπαν ούτε οι διαστάσεις του χώρου (μεγάλος χώρος σημαίνει πλατιές κινήσεις, μεγάλη φωνή, υψηλά ντεσιμπέλ), ούτε οι διαθέσεις της Μποφίλιου. Το πρόγραμμά της στηρίζεται σε συντριπτικό ποσοστό στα τραγούδια της προσωπικής της δισκογραφίας, άρα και αυτής των Ευαγγελάτου και Καραμουρατίδη. Ωραία είναι, δεν λέω. Ωραιότερα όμως ήταν όταν αυτά τα τραγούδια παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε άλλα ελληνικά και ξένα ερμηνευμένα μάλιστα από ένα κορίτσι που ξέρει πώς να δημιουργεί ατμόσφαιρα.

Το Σαββατόβραδο τέτοιου είδους μυσταγωγική ατμόσφαιρα σύγχρονου καμπαρέ, εμείς δεν ζήσαμε. Ζήσαμε βέβαια την Μποφίλιου να ανταλλάσσει χαριτωμένες ατάκες με το κοινό από σκηνής (να δεις τι μου θυμίζει αυτή η συνήθεια), να τραγουδάει, πολύ λιγότερο εσωτερικά ωστόσο, τα γνωστότερα του ρεπερτορίου της, ακόμα και να υποκύπτει στην παράκληση ενός ερωτευμένου ακροατή να κάνει πρόταση γάμου από σκηνής στην αγάπη του. Αλλά εκείνον τον συνδυασμό κλαμπ-σύγχρονου καμπαρέ-μουσικής σκηνής που πετύχαινε η ίδια με την παρουσία και τις ερμηνείες της, έλειπε. Όλα αυτά μαζί με την καινούρια κουπ και το πιο «νταμέ», πιο στερεοτυπικά θηλυκό (α-λα Μέριλιν;) στυλ στο ντύσιμο και στο ύφος, απογοήτευσαν κάπως εμάς που πρωτακούσαμε την Μποφίλιου λιτή κι ωστόσο τόσο πολύπλοκη σε εσωτερικότητα και ερμηνευτικές αποχρώσεις. Το θέμα είναι να επιβάλλεις την προσωπικότητά σου-όταν μάλιστα έχεις διαπιστωμένα, τέτοια. Αντίθετα η δισκογραφική συνταγή του επίκτητου image σε XL χώρους είναι όχι μόνο παρωχημένη αλλά και εξαιρετικά απρόβλεπτη.