
Επειδή η σχέση με το ραδιόφωνο, όπως και με τις εφημερίδες, δεν είναι σχεδόν ποτέ αμιγώς εργασιακή, αλλά σχεδόν πάντα καθορίζεται από έναν συνδυασμό λατρείας για το Μέσον, δημιουργικών, προσωπικών εμμονών κι ενός ποσοστού καλώς εννοούμενης ματαιοδοξίας ως "καύσιμο" για να αντέξει κανείς τα χιλιόμετρα της πολύωρης και συχνά, πια, υποαμειβόμενης απασχόλησης... Επειδή όλοι λίγο-πολύ στον χώρο των Μ.Μ.Ε. υποστήκαμε τις συνέπειες της Κρίσης και ξέρουμε καλά τι θα πει ζω μόνο για το σήμερα, γιατί αύριο δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσει... Επειδή πολλοί στον χώρο μάθαμε τί θα πει να χάνεις εν μία νυκτί όχι μόνον την δουλειά σου, αλλά και την έντυπη ή ραδιοφωνική σου υπόσταση και μαζί την δυνατότητα να διοχετεύεις κάπου αυτό το «πάθος» σου... Επειδή μετά από όλα αυτά όσοι τολμούν να δοκιμαστούν σε πειράματα αυτοδιαχείρισης και αυτοχρηματοδότησης έχουν εκ των πραγμάτων μία δονκιχωτική ορμή καθώς παλεύουν με τους ανεμόμυλους και τους πολύ άγριους αέρηδες των καιρών, όπως έχουν κι ένα αδιαπραγμάτευτο «ηθικό πλεονέκτημα» (που λέει κι ένας καλός μου φίλος)...

Για όλους αυτούς τους λόγους ήταν συγκινητική η βραδιά που διοργάνωσε στον «Βοτανικό» η ομάδα του καινούριου web μουσικού ραδιοφωνου «toradiofono.gr». Δεν αναφέρομαι μόνον στο καλλιτεχνικό κι αισθητικό αποτέλεσμα- που κι αυτό συγκινητικό ήταν, διότι η Νατάσσα Μποφίλιου κι ο Γιάννης Χαρούλης, δύο από τους δημοφιλέστερους και καλύτερους ερμηνευτές της νεώτερης γενιάς και προσέτρεξαν πρόθυμα να υποστηρίξουν έμπρακτα κι αφιλοκερδώς το εγχείρημα και το έκαναν φροντίζοντας να παρουσιάσουν ένα εξαιρετικό πρόγραμμα, δουλεμένο όλο εξαρχής. Αναφέρομαι σε αυτήν καθ' εαυτήν την φόρα, τις ελπίδες, τη δυναμική και την παρουσία των παιδιών που ήταν κάποτε υπό την στέγη κυρίως του «Μελωδία» και τώρα προσπαθούν να βάλουν το κεφάλι και το ταλέντο τους κάτω από μία νέα διαδικτυακή, ραδιοφωνική, στέγη. Είναι όπως (ξανα)συστήνονται και οι ίδιοι αλφαβητικά, οι Κυριακή Αιλιανού, Ελένη Γιαννοπούλου, Σώζων Ηρειώτης, Οδυσσέας Ιωάννου, Χρήστος Καρυώτης, Χρήστος Κορτσέλης, Όλγα Λασκαράτου, Χρήστος Παπαμιχάλης, Βιβή Παπαστάθη, Βάσια Ρεντούμη.
Απόπειρα ηχηρής συναυλιακής «σύστασης» ήταν και η βραδιά στον «Βοτανικό». Με την Μποφίλιου και τον Χαρούλη να βοηθούν την ομάδα του «toradiofono.gr» να κάνει σαφή τον στόχο της: Οχι «ετοιματζίδικα» πράγματα, όχι fast-food προγράμματα, όχι play-list επιτυχίες. Αλλά η μεσολάβηση του ανθρώπινου παράγοντα με τους παλιούς όρους. Του παραγωγού δηλαδή και του καλλιτέχνη εν προκειμένω που κάνει κέφι τη δουλειά του και γι' αυτό την εξελίσσει.

Ετσι Μποφίλιου, Χαρούλης, αλλά και ως βασικός συμπαίκτης τους ο Θέμης Καραμουρατίδης και οι δύο υπέροχοι τσελίστες Άρης Ζέρβας και Μιχάλης Πορφύρης, δεν έφτιαξαν ένα πρόγραμμα που θα μοίραζε ισοτίμως τον χρόνο, την σκηνή και τις επιτυχίες τους. Ετοίμασαν εξαρχής μία πρόταση για το ντουέτο τους που συνυπήρχε διαρκώς επί σκηνής, σε μία υψηλής αισθητικής ακουστική, ενορχηστρωτική και οπτική «εικόνα» που φωτιζόταν γλυκά από συστάδες αναμμένων κεριών.
Το πρόγραμμα αυστηρά ακουστικό υπαγόρευσε σ' ένα κοινό σχεδόν 3.000 ανθρώπων το παλαιό ήθος του συνειδητού ακροατή-που δεν μιλάει δυνατά και συνεχώς όταν δεν ακούει το «αγαπημένο» του τραγούδι. Κι οι δύο ερμηνευτές όχι μόνο αντάλλαξαν ρεπερτόριο και ρεφρέν, αλλά φρόντισαν να απογειώσουν την έννοια του ντουέτου ερμηνεύοντας από Μαρκόπουλο («Η Ρόζα η ναζιάρα»), Ξαρχάκο («Μάνα μου Ελλάς»), Άκη Πάνου («Η ζωή μου όλη») και Σαββόπουλο («Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ»), μέχρι Θανάση Παπακωνσταντίνου («Οταν τραγουδάω»). Και το έκαναν κατορθώνοντας και εντός του ντουέτου να διατηρήσει καθένας τους την πολύ ξεχωριστή ερμηνευτική του προσωπικότητα.
Ωραία βραδιά φορτισμένη ούτως ή άλλως με την προσδοκία και την ελπίδα του καινούριου που αξίζει να αντέξει. Και συμβολική βραδιά που «κοίταγε» προς την συνεργασία, την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση. Μακάρι το μαζικό κοινό του «Βοτανικού» να μην περιοριστεί στην καλλιτεχνική πρόκληση της εκδήλωσης και να υποστηρίξει τον συμβολισμό της. Άλλωστε όπως τραγούδησαν Μποφίλιου και Χαρούλης τους στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου: «Τα τραγούδια παίρνουν κάτι απ την ψυχή μας και το μεταφέρουν στο στερέωμα όπου αναβοσβήνει σαν θλιμμένο πάλσαρ και το δρόμο δείχνει για τους ναυαγούς».