ΜΗ ΜΙΛΑΣ, ΜΗ ΓΕΛΑΣ, ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΛΛΑΣ;

ΜΗ ΜΙΛΑΣ, ΜΗ ΓΕΛΑΣ, ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΛΛΑΣ;

Κιμούλης, Λαζόπουλος, Κραουνάκης


Οσοι καλλιτέχνες αρθρώνουν αντιμνημονιακό λόγο, διαμαρτύρονται για όσα συμβαίνουν στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο ή και τα καταγγέλουν δημοσίως και με ονοματεπώνυμα, οφείλουν να περάσουν στο πολιτιστικό αντάρτικο; Αν π.χ. κατακεραυνώνεις την πολιτική της Μέρκελ ή την πικρή ιστορία της λίστας Λαγκάρντ και τον σκοτεινό χειρισμό της, δεν δικαιούσαι να ανεβείς στην σκηνή του Εθνικού Θεάτρου; Αν καταγγέλεις το μαύρο στην ΕΡΤ που επιβλήθηκε με τους όρους του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», αν δεν έχεις διστάσει να φανερώσεις ότι εκτιμάς τον αντιπολιτευόμενο λόγο, αν έχεις τολμήσει να σχολιάσεις αιχμηρά τις κυβερνητικές επιλογές, πρέπει να απέχεις από το Ελληνικό Φεστιβάλ; Κι όμως αυτό υποστηρίζει μία δημοσιογραφική μερίδα, αυτή που αναπτύσσει τωρα μία παράδοξη πολεμική εναντίον όσων καλλιτεχνών αν και μιλούν ανοιχτά, δεν αρνούνται την συμμετοχή τους σε κρατικούς πολιτιστικούς θεσμούς - οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, εκκούσια τους επέλεξαν και τους πρότειναν συνεργασία.

Πέρα από το γεγονός ότι η Αριστερά έχει πάρα πολλά χρόνια τώρα λύσει τέτοιου είδους ψευδοδιλήμματα αποφασίζοντας ότι το σύστημα πλήττεται ή τέλος πάντων κρίνεται μόνο εκ των έσω και όχι δια της βολικότερης για όλες τις πλευρές αποστασιοποίησης και απομόνωσης, ας σοβαρευτούμε και λίγο. Μία τετοια άποψη είναι ξεκάθαρα επικίνδυνη.
Οι καλλιτέχνες που κυρίως φωτογραφήθηκαν από τα δημοσιεύματα (Κιμούλης, Λαζόπουλος, Κραουνάκης) δεν περνούν τώρα από εξετάσεις. Είναι δημόσια πρόσωπα και το καλλιτεχνικό τους έργο έχει συχνά αποτιμηθεί με ενστάσεις που πάντως (είτε μας αρέσει το έργο τους, είτε όχι) δεν εμπόδισαν τον μέσο θεατή να τους έχει καταχωρίσει στους καταξιωμένους. Το ίδιο γνωστή είναι και η πορεία τους που  και στις τρεις περιπτώσεις δεν «καρφιτσώθηκε» στο πέτο του υπουργείου Πολιτισμού. Και η σχέση τους με τους επίσημους πολιτιστικούς φορείς δεν ήταν ούτε μεγαλύτερη ούτε μικρότερη από αυτήν δεκάδων άλλων μουσικών ή θεατρικών συνόλων και προσωπικοτήτων οι οποίοι δημιουργούν στην Ελλάδα: Κάθε φορά που το Εθνικό Θέατρο ή το Φεστιβάλ ή οποιοσδήποτε άλλος αντίστοιχος φορέας ενέκρινε την πρότασή τους ή επεδίωξε την συνεργασία τους, όλοι έσπευσαν. Και αυτό δεν είναι καθόλου αθέμιτο αν μάλιστα σκεφτεί κανείς πώς η φιλοξενία μία παράστασης π.χ.από το Φεστιβάλ, θεωρείται βήμα καταξίωσης σε μία χώρα που δεν είναι και ιδιαιτέρως γενναιόδωρη (υλικά και ψυχικά) προς τους δημιουργούς. Αντιθέτως μάλιστα...

Αφού μιλούν όμως τώρα, μήπως θα έπρεπε να απέχουν απ' ό,τιδήποτε σχετίζεται με το δημόσιο χρήμα; Αυτή η άποψη ως τακτική σε δύο πράγματα θα μπορούσε να οδηγήσει. Στην επιβολή του φόβου και της σιωπής -ύψιστης ένδειξης ανελευθερίας- η οποία δεν θα μπορούσε φυσικά να περιοριστεί στον καλλιτεχνικό χώρο. Με την ίδια φιλοσοφία κάθε δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να αποφεύγει να εκφράζει αντικυβερνητική άποψη, διαφορετικά γιατί εισπράττει τον μισθό του; Αντιστοίχως εφόσον από τους επίσημους πολιτιστικούς φορείς θα έπρεπε να απέχουν όσοι προβληματίζονται και διαμαρτύρονται, οι ελεύθεροι και υγιώς σκεπτόμενοι δηλαδή, τα προγράμματα του Εθνικού Θέατρου και του Φεστιβάλ θα έπρεπε να καταρτίζονται με πιστοποιητικό φρονημάτων, από μονοσήμαντους ανθρώπους, ομονοούντες και σιωπηλούς. Αν δεν ήταν τόσο ακραίο, θα ήταν και εξαιρετικά βαρετό... Διαπιστωμένα ακραίο, επικίνδυνο και βαρετό μάλιστα μια που η τακτική αυτή έχει εφαρμοστεί σε ανελεύθερα καθεστώτα κληροδοτώντας από εκείνες τις ιστορικές περιόδους την καλλιτεχνική ανυπαρξία της στρατευμένης τέχνης. Η άλλη Τέχνη, η ενδιαφέρουσα και διαχρονική, άνθιζε ως γνωστόν πάντα σε συνθήκες αντίδρασης από «αντιδραστικούς».

  Το φαινόμενο καλλιτεχνών που έκριναν τις επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης, του εκάστοτε υπουργού με σκληρά λόγια, αλλά δεν αρνούνταν την συμμετοχή τους στον δημόσιο καλλιτεχνικό βίο και στους επίσημους φορείς του, δεν είναι καινούριο. Αλλίμονο κι αν ήταν. Εξ ορισμού η θέση του καλλιτέχνη είναι να κάνει τον άλλον να αισθάνεται άβολα. Προσωπικά λοιπόν δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι η συμμετοχή των «αντιφρονούντων» στο Εθνικό, στο ΚΘΒΕ ή στο Φεστιβάλ και η πληρωμή τους με χρήματα που προέρχονται από την τσέπη του πολίτη. Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένοι απ' αυτούς τους θεσμούς (αν κρίνω μάλιστα από το -πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα- ρεπερτόριο του Εθνικού για την επόμενη σεζόν) δεν αφουγκράζονται την διαμαρτυρία, τον κόσμο και την εποχή. Το πρόβλημα είναι δηλαδή το εντελώς αντίθετο. Οτι για την ώρα πολλοί από τους επίσημους και τους ανεπίσημους πολιτιστικούς φορείς ή τους ίδιους τους καλλιτέχνες δεν έχουν βρει τον τρόπο να μιλήσουν για ό,τι μας συμβαίνει και να το εκφράσουν καλλιτεχνικά. Αντίθετα παραμένουν αμήχανοι, επιλέγοντας από κεκτημμένη ταχύτητα να αναπαραγάγουν ό,τι έκαναν πάντα, αν και τα πάντα έχουν πια αλλάξει.   

* Τεράστιο κι ανεπίτρεπτο λάθος είναι πάντως και η αντιμετώπιση της δημοσιογραφικής άποψης δια νόμου και δια ροπάλου. Ο Γιώργος Κιμούλης θα μπορούσε να απαντήσει στην Βένα Γεωργακοπούλου, διατυπώνοντας τον αντίλογό του για όλα όσα του προσήψε μέσα από την «Εφημερίδα των Συντακτών» ή απόπου αλλού επέλεγε. Οχι όμως να καταθέσει μήνυση και αγωγή. Διαφορετικά ρίχνει νερό στο μύλο της τακτικής που θεωρεί ότι έπληξε και τον ίδιο. Οποιαδήποτε έξωθεν επιβολή, ο εξαναγκασμός στη σιωπή, η ανελευθερία στη δημόσια έκφραση της άποψης και της σκέψης και τελικά η αναγκαστική αυτολογοκρισία είναι εξίσου επικίνδυνα και καταδικαστέα απ' όπου κι αν προέρχονται και όπου κι αν απευθύνονται. Αυτονόητο όσο και το ρητό του Βολταίρου.