
Προηγήθηκαν οι συμβουλές των εμπειρότερων:
-«Πήγαινε από Αττική Οδό. Αλλιώς θα μπλέξεις και, όπως είσαι άσχετη, θα χαθείς»
-«Οι μακιγιέζ έχουν τάση να σε βάφουν πολύ. Μην τις αφήσεις..»
-«Μην πιείς απ' το άγχος σου μονοκοπανιά το πρώτο ποτήρι κρασί. Βαράει..»
-«Προετοίμασε τί θα πεις, μην ψάχνεσαι την ώρα του γυρίσματος»
Ωραία! Αμέσως μετά μία-μία οι σοφές συμβουλές καταστρατηγήθηκαν. Οδηγώντας προς το στούντιο που, χωμένο κάπου στα χωράφια της ανατολικής Αττικής, φιλοξενεί τα γυρίσματα της εκπομπής «Στην Υγειά Μας» του Σπύρου Παπαδόπουλου, ακολούθησα πιστά της φωνή της Αφροδίτης Σημίτη που με διαβεβαίωνε από το GPS α) ότι πρέπει να ακολουθήσω τη Μεσογείων και β) ότι ο δρόμος που ψάχνω βρίσκεται στη Λούτσα. Αποτέλεσμα; Βρέθηκα βράδυ στο twilight zone να αναζητώ πανικόβλητη τις οδηγίες μίας κυρίας από την παραγωγή που μάλλον απηύδυσε με την περίπτωσή μου, αφού πρώτα διαπίστωσε ότι ματαίως μου είχε στείλει στο mail τρεις διαφορετικές και ακριβέστατες εκδοχές της σωστής διαδρομής. Παρόλα αυτά με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο όταν επιτέλους έφτασα.

Και αφού διασχίσαμε την καντίνα του στούντιο όπου δεκάδες τεχνικοί χαλάρωναν πριν την πολύωρη δοκιμασία του γυρίσματος, με οδήγησε «για μαλλιά και μακιγιάζ». Με υποδέχτηκε μία κομμώτρια και δύο μακιγιέζ. Συμπαθέστατες και οι τρείς. Αφέθηκα ως εκ τούτου στα χέρια τους, μισανοίγοντας τα μάτια μόνο για να παρατηρήσω πώς στρώνει η πούδρα στο πρόσωπο ενός από τους δύο «Etsi De». Αμέσως μετά με την ολοκαίνουργια και κάπως γκόθικ φάτσα μου (η οποία ωστόσο ελαχιστοποιούσε το άγχος της τηλεοπτικής έκθεσης μέσα από την ανακουφιστική ιδέα ότι τώρα ουδείς θα με αναγνωρίσει) πήρα την θέση μου στο στούντιο, στο μακρύ τραπέζι των συνδαιτημόνων που είχαν φτάσει για να τιμήσουν τον Θέμη Ανδρεάδη. Ο τελευταίος, η ανυστερόβουλη προσωπικότητά του και η συγκινητική επιστροφή του στα μουσικά μας πράγματα με όλη την συσσωρευμένη καλλιτεχνική φόρα της 25ετούς απουσίας του, ήταν και ο λόγος που αποφάσισα τελικά να αντιμετωπίσω το άγχος που προκαλεί η τηλεοπτική κάμερα σε όσους καταχωρίζουν εαυτόν στους «εφημεριδάδες». Ευτυχώς στο μακρύ-μακρύ τραπέζι της εκπομπής, πίσω από τα αναμμένα κεριά που έφτιαχναν ατμόσφαιρα και απορροφούσαν τον καπνό των «παράνομων» τσιγάρων, υπήρχαν κι άλλες συναφείς περιπτώσεις, «ραδιοφωνατζήδων» κυρίως, που κι αυτοί για χάρη του Ανδρεάδη ζούσαν τις ιδρωμένες στιγμές της παρθενικής τους τηλε-έκθεσης.

Καλού-κακού κατεβάσαμε ένα ποτήρι κρασί εισαγωγικά. Μονοκοπανιά φυσικά αγνοώντας και τις συμβουλές και τα μεζεδάκια που είχαν ήδη σερβιριστεί-με την ευγενή υπόδειξη να τα τρώμε όταν δεν «κοιτάει» η κάμερα. Ακολούθησε κι ένα δεύτερο ποτήρι μαζί με πολλά προκαταβολικά τσιγάρα όσο στο πλατό περί τους δέκα τεχνικούς φρόντιζαν τις τελευταίες τεχνικές λεπτομέρειες και ρύθμιζαν την γιγαντιαία κάμερα που ίπτατο με γερανό στο μέσον περίπου της αίθουσας. Αλλοι τεχνικοί μας καλωδίωσαν-σχολιάζοντας χαρούμενοι μεταξύ τους το κυπριακό «όχι». Αλλοι έδειχναν στους καλεσμένους τις θέσεις τους. Κι άλλοι έκαναν δοκιμαστικά, τοποθετώντας σε δεύτερο και πιο υπερυψωμένο επίπεδο τους κομπάρσους και τους χορευτές, κοριτσάκια κυρίως με έντονο μακιγιάζ, εντυπωσιακό ντύσιμο και εντυπωσιακότερα χορευτικά αντανακλαστικά που όπως αποδείχτηκε αντιδρούν αυτόματα στα λαϊκότερα τραγούδια.

Ready-made λαϊκό γλέντι προκαθορισμένων συνθηκών και με τον Σπύρο Παπαδόπουλο να εμφανίζεται ένα 5λεπτο πριν την έναρξη του μία και έξω γυρίσματος έτοιμο να ηγηθεί της προκάτ εκπομπής του; Θα μπορούσε να είναι κι έτσι αν δεν ήταν τελικά τα τιμώμενα πρόσωπα που επιβάλλουν τους όρους τους. Εν προκειμένω στο έτοιμο για ξεφάντωμα «σκηνικό» της εκπομπής, ο Θέμης Ανδρεάδης ανέτρεψε τη βασικότερη προκατασκευή: Αυτήν της λαϊκής ψυχαγωγίας. Ο ίδιος φρόντισε η βραδιά να έχει αποχρώσεις. Με απολύτως αυθεντικό κέφι και αυθόρμητη δημιουργικότητα σκηνοθέτησε την δική του εκπομπή. Είπε τα σατιρικά του, αστειεύτηκε με τους προσκαλεσμενους, άκουσε έκπληκτος ή συγκινημένος τις αφηγήσεις τους. Ξαναβρήκε την στόφα του σταρ της δεκαετίας του 70, τότε που η διασημότητα και οι όροι που έθετε το μουσικό «περιβάλλον» τον έκαναν να αισθάνεται αμφίθυμος. Τώρα δεν ήταν βέβαια αμφίθυμος. Εχει κάνει την διαδρομή στην φήμη, έχει περάσει το λούκι της κατεπιλογήν απουσίας, επέστρεψε κατασταλαγμένος με την ασπίδα της καλής και της κακής του εμπειρίας. Περσόνα του ελληνικού τραγουδιού με αδιαφιλονίκητες θεατρογενείς αρετές κι ερμηνευτικό ταλέντο, απέδωσε το κάθε τραγούδι ολόψυχα, ξεχνώντας την τηλεοπτική συνθήκη, δικαιώνοντας απολύτως τον τίτλο του cd που με 16 τραγούδια δικών του μελοποιήσεων σε στίχους του Γιάννη Ευθυμιάδη και ερμηνευτικές συμμετοχές από τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Νότη Μαυρουδή και τον Κώστα Θωμαίδη έως τον γιο του Δημήτρη Ανδρέαδη, κυκλοφόρησε πρόσφατα: «Το σώμα ξέρει».
Η φόρα, ο ιδρώτας, το πάθος, η κωμική φλέβα, η σπαρακτική αποφασιστικότητα και τέλος τα γνήσια δάκρυα του Θέμη στον επίλογο με το «Ο,τι να πω δεν σε ξεχνώ» του Τσιτσάνη ξόρκισαν την τηλεοπτική συνταγή. Το πάνελ έγινε παρέα. Ο κάπως αποστασιοποιημένος επαγγελματισμός του Σπύρου Παπαδόπουλου ράγισε. Κι οι αμάθητοι, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις του αλκοόλ στον τηλεοπτικό μας καθωσπρεπισμό, τσουγκρίσαμε με μία γνήσια ευχή: «Στην υγειά μας» γαμώ το...
Η γλύκα επεβίωσε κι όταν έσβησαν οι κάμερες, μετά το τετράωρο γύρισμα. Το ίδιο και το μακιγιάζ που έκανε τον ξενυχτισμένο γείτονα με τον οποίο συνταξιδέψαμε ξημερώματα στο ασανσέρ να με παρατηρεί εμβρόντητος. Μωρέ δεν βαριέσαι. Στην υγειά του Θέμη!