
Να σας πω ποιό είναι το βαφτιστικό όνομα της Τάνιας Τσανακλίδου; Σουλτάνα. Να σας πω και πώς το έμαθα; Από την απόδειξη. Ναι, είναι νομοταγής η Σουλτάνα-Τάνια, οπότε το καφέ της εκδίδει κανονικότατα αποδείξεις. Ποιό καφέ; "Το Ρόδο και Το Αηδόνι", στις Μηλιές Πηλίου. Οπου η γλυκυτάτη αοιδός έχει εγκατασταθεί για τα καλά, αφήνοντας πίσω της την οχλαγωγία της μεγαλούπολης και ανανεώνοντας τα κύτταρά της με καθαρό βουνίσιο αέρα...
Πρωτοπήγε, λέει, το 1975. Μαθήτρια θα ήταν τότε. Είδε το χωριό, το ερωτεύτηκε και αποφάσισε να το κάνει δικό της: "Μια μέρα θα έρθω να ζήσω εδώ". Το είπε και το έκανε, μερικά χρόνια αργότερα. Αγόρασε ένα ρημαγμένο σπίτι με κήπο το 1982, το έφτιαξε κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσή της -δηλαδή υπέροχο- και σιγά σιγά μετέτρεψε τις Μηλιές σε προσωπικό της σουλτανάτο. Ολοι στο χωριό είναι φίλοι της. "Με νοιάζονται οι άνθρωποι, με αγαπούν, κι εγώ τους αγαπώ", είπε σε ένα παλαιότερο ρεπορτάζ της "Καθημερινής". Το έζησα από κοντά και το πιστεύω απόλυτα.
Το καφέ-μπαρ το άνοιξε τώρα δα, μόλις τον περασμένο Αύγουστο. Είναι ζεστό και γήινο, όπως η ίδια η Τάνια. Εχει και μία ταράτσα, η οποία πρέπει να είναι όνειρο το κατακαλόκαιρο. Εμείς πήγαμε Χριστούγεννα, ανυποψίαστοι μεταξύ υποψιασμένων. Είχαμε ακουστά για το άλλο ωραίο στέκι του χωριού, το "Λόλα Να Ενα Μήλο", αλλά όχι για το ρόδο, ούτε για το αηδόνι. Μπαίνοντας στο γήινο και ζεστό καφέ με την παγωμένη εκείνες τις μέρες ταράτσα, είδαμε το αηδόνι ντυμένο με ποδιά. Να σερβίρει καφέδες. Να στρώνει τραπέζια. Να μπαινοβγαίνει στην κουζίνα. Να ψήνει τα τοστ. Να βγάζει το τσίπουρο. Να σκαλίζει το τζάκι.
-"Ρε συ, αυτή η γκαρσόνα είναι ίδια η Τσανακλίδου".
-"Μπας και είναι αδελφή ή ξαδέλφη της; Είχα διαβάσει κάπου ότι η Τάνια έχει σπίτι εδώ, στο Πήλιο".
-"Ναι, αλλά ο κύριος από το διπλανό τραπέζι τη φώναξε Τάνια, την γκαρσόνα. Και ο άλλος που μπαινοβγαίνει στην κουζίνα μοιάζει με τον Αρη, τον αδελφό της, τον σεφ". Είναι δυνατόν;

Και όμως, ήταν. Η κορυφαία, ίσως, φωνή του ελληνικού πενταγράμμου τρέχει με τα χεράκια της και με τα ποδαράκια της το καφέ-μπαρ που άνοιξε στις Μηλιές. Κάνει όλες τις δουλειές, αστειεύεται με φίλους, γνωστούς και άγνωστους, ώσπου αράζει σε έναν καναπέ σαν ανάκλιντρο μπροστά στο τζάκι και αυτοσαρκάζεται: "Ωχ, μάνα μου! Βογγάω!" Μας είδε να παίζουμε χαρτιά και μας πλησίασε, χωρίς φυσικά να μας γνωρίζει: "Αχ, παιδιά, μου έχει λείψει ένα χαρτάκι. Αν θέλετε, μπορώ να σας μάθω ουίστ. Αύριο, που περιμένω έναν φίλο από την Αθήνα". Η Τάνια Τσανακλίδου. Να διδάξει την ταπεινότητά μας ουίστ. Ντυμένη με ποδιά μαγείρισσας. Σε ένα καφέ στις Μηλιές Πηλίου. Στο δικό της χωριό.
Κρυφακούοντας τη συζήτηση του διπλανού τραπεζιού το επόμενο μεσημέρι, ψυλλιαστήκαμε ότι "ψηνόταν" μουσική βραδιά για την επομένη των Χριστουγέννων. Αλλάξαμε το σχέδιό μας μεμιάς. "Θα μείνουμε μία μέρα παραπάνω". Ηταν όμως αλήθεια ή ράδιο αρβύλα; Δεν υπήρχε καμία ανακοίνωση, καμία αφίσα, τίποτε. Μας το επιβεβαίωσε, όμως, ο φιλαράκος που μας έφερε τα τσίπουρα. "Τα τραπέζια είναι όλα ρεζερβέ και μερικοί θα φέρουν καθίσματα από τα σπίτια τους. Ελάτε όμως νωρίς και θα βρείτε θέση στο μπαρ". Ποιός θα τραγουδήσει; "Η Ερικα Πατρικίου", μια χαρά λοιπόν. Και η Τάνια; "Αν έχει όρεξη...".

Πατείς με πατώ σε το μικρό καφέ την ώρα της απρογραμμάτιστης συναυλίας. Μπήκαμε όμως, προφτάσαμε. Η Τάνια φυσικά σέρβιρε κρέπες και κρασιά. Αλλά φορούσε ωραία κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά και ένα απλό μαύρο φόρεμα. Δεν ήταν ντύσιμο κουζίνας αυτό. Οταν άρχισε η μουσική, η Ερικα πήρε το μικρόφωνο και η Σουλτάνα κάθισε μέσα από το μπαρ, σκαρφαλωμένη σε μία γωνία για να βλέπει καλύτερα. Τρίτο τραγούδι, ο "Ανθρωπάκος", από την Ερικα όμως. "Θα έρθετε στο μικρόφωνο, κυρία Τάνια;". "Μπααα, όχι, δεν...".

Ωσπου, έφτασε η Ερικα στο ρεφρέν. Η φωνή, φωνάρα, που ακούστηκε πίσω και αριστερά μου, από το μπαρ του μπαρ, έκανε να ανοίξουν οι ουρανοί. Η Τάνια δεν κρατήθηκε άλλο. Εφτασε στην αυτοσχέδια πίστα με επιδέξιο σλάλομ ανάμεσα σε καθίσματα, πήρε το μικρόφωνο και μας φίλεψε με ένα απολαυστικό ποτ πουρί της ελληνικής δισκογραφίας, με τραγούδια που ξεκινούσαν από την παλιά Αθήνα, περνούσαν από τον Μίκη και τον Μάνο, άγγιζαν το καμπαρέ και κατέληγαν στο δική της δισκογραφία. "Μόνο μη μου ζητήσετε το 'Μαμά Γερνάω' και το 'Πάτωμα'", παρακάλεσε. Λίγα λεπτά αργότερα, τραγούδησε το 'Πάτωμα', καθισμένη στο πάτωμα, δίπλα στο τζάκι, ανάμεσα σε φίλους, ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους. Στο δικό της χωριό.
* Τα βίντεο είναι από παλαιότερη συναυλία της Τάνιας στις Μηλιές, το καλοκαίρι του 2011.