ΜΑΚΗΣ ΣΕΒΙΛΟΓΛΟΥ: «ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΝΙΚΟΥΣΕ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ»

ΜΑΚΗΣ ΣΕΒΙΛΟΓΛΟΥ: «ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΝΙΚΟΥΣΕ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ»

Νέα δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Παράθυρο ανοιχτό»


Μια συνομιλία με τον τραγουδοποιό Μάκη Σεβίλογλου, με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του δισκογραφικής δουλειάς, με τίτλο «Παράθυρο ανοιχτό»

Τι είναι αυτό που σε οδήγησε σ' ένα «Παράθυρο ανοιχτό»;
Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές αναρωτήθηκα για την αμεσότητα των τραγουδιών σήμερα και μέσα στην απορία μου αυτή, συγκαταλέγω και τις δικές μου συνθέσεις. Πάντα με νικούσε η παράδοση, γιατί η αλήθεια που κρύβει μέσα της είναι τόσο ισχυρή, που όσο και να θες να την παραβλέψεις, δεν γίνεται. Πέντε λόγια, της αγάπης, του έρωτα, του αποχωρισμού, που συχνά επαναλαμβάνονται σε κάθε στροφή, χωρίς να ευτελίζουν τίποτα από το τραγούδι, τα ίδια λόγια συχνά ντυμένα με διαφορετική μουσική, ανάλογα με τη γεωγραφία. Είναι όμως απαύγασμα αιώνων, αλήθειες που σαν το παλιό κρασί, μέσα από το πέρασμα του χρόνου έγιναν πιο μεστές και δυνατές.
Πόσο μάλλον σήμερα, που διανύουμε την κατ εξοχήν χρονική περίοδο της φανφάρας, με τους κάθε λογής ελεεινούς εθνοσωτήρες, να κομπάζουν σαν παγώνια στα τηλεοπτικά κανάλια και να αραδιάζουν ψέματα, με τον κόσμο αποπροσανατολισμένο πλήρως, χωρίς να μπορεί να διακρίνει πουθενά, έστω ψήγματα αλήθειας, χωρίς να χει κάτι να τον ενώνει. Εδώ πλέον είναι, που κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται μια καινούρια ματιά προς τα πίσω. Εμένα ήταν ανάγκη μου να το κάνω, ήθελα με τον τρόπο αυτό να πω ένα «άι σιχτίρ» σε όλα όσα γύρω μου συμβαίνουν και να επαναπροσδιορίσω τη θέση μου σήμερα. Ο τίτλος προέκυψε κατά τη σύνθεση του εξωφύλλου από τον Γιαννιώτη γραφίστα Παναγιώτη Μάντζιο. Όταν στήθηκε το εξώφυλλο, ζήλεψα τόσο πολύ τους ανθρώπους που βρίσκονταν στο ανοιχτό παράθυρο, τόσο που θα θελα να μπορούσα με μια δρασκελιά, να βρεθώ εκεί, τη συγκεκριμένη ώρα, στον συγκεκριμένο τόπο, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, όπου με μια ελίτσα κι ένα ποτηράκι ρακί μπορούσε να στηθεί γλέντι τρικούβερτο.

Πώς έγινε η επιλογή του υλικού; Γιατί, κατά τη γνώμη σου τα τραγούδια που επέλεξες χρειάστηκαν μια «καινούρια ματιά»;
Μέλημά μου δεν ήταν να κάνω έρευνα, ένα επιστημονικό πόνημα που θα αιτιολογούσα, θα ερμήνευα, θα προσπαθούσα να αποδώσω με τον παλιό, σίγουρο, αλλά κλειδωμένο τρόπο τραγούδια χιλιοειπωμένα. Ήθελα να αφεθώ και να λειτουργήσω, σαν να τα ανακάλυπτα για πρώτη φορά. Δεν σου κρύβω πως αισθάνθηκα σαν τον «πεινασμένο σκύλο»  που ξέθαψε απ το χώμα ένα κόκαλο και σ αυτό συντέλεσε και η συγγραφή των κειμένων κι όλες εκείνες οι γλυκές μνήμες από το χωριό μου και τους ανθρώπους, που με συνοδεύουν από παιδί. Τη φχαριστήθηκα αυτή τη δουλειά, ίσως περισσότερο από όλες τις προηγούμενές μου έως τώρα, ακόμα κι από τις συνεργασίες μου εκείνες με βαριά ονόματα όπως με τη Χαρούλα Αλεξίου ή τον Δημήτρη Μητροπάνο. Είπα, «θα ηχογραφήσω δημοτικά από την ιδιαίτερή μου πατρίδα, τα Γρεβενά και την Ήπειρο», γιατί συγγενεύουν πάρα πολύ στο άκουσμα και γιατί είμαι ποτισμένος από την πεντατονία αυτή. Κάθισα και ξεσκόνισα κασέτες παλιές, όπου ντόπιοι οργανοπαίχτες και πανηγυριστές τραγουδούν αντάμα, μπήκα μέσα στη διαδικασία ολόκληρος, χωρίς να με απασχολεί για δύο χρόνια τίποτ άλλο, βρήκα εκείνους τους μουσικούς που θα είχαν τα ίδια συναισθήματα και την ίδια ζέση με μένα και ηχογραφήσαμε ζωντανά, όπως όταν στήνεται ένα γλέντι. Έξι μέρες, κλεισμένοι σ ένα πέτρινο μονόχωρο σπίτι που έγινε στούντιο, ξυλόσομπα και το θερμόμετρο να δείχνει έξω -16. Εκεί λοιπόν, ανάμεσα σε τσίπουρα και κρασιά, χτίσαμε νότα νότα τα τραγούδια, κάποια τα πειράξαμε πολύ, κάποια λιγότερο, κάποια καθόλου, γιατί δεν μας το επέτρεπαν τα ίδια. Πρέπει να σου πω πως, αποκτούν άλλο ενδιαφέρον τα τραγούδια για τον δημιουργικό μουσικό, όταν τα κοιτάζεις με καινούρια ματιά. Παρέα, λοιπόν, με τον Δημήτρη Λάππα, τον Αποστόλη το Βαγγελάκη, τον Ζήση τον Κασσιάρα, τον Δημήτρη τον Κίτσιο και τον Ολλανδό συνεργάτη μου, ηχολήπτη μου και συμπαραγωγό μου από το 2009 τον Caspar Falke, φτιάξαμε κάτι που μας έδωσε χαρά, ικανοποίηση κι υπερηφάνεια.

Πόσο εύκολο ήταν να βρει δισκογραφική στέγη η συγκεκριμένη εργασία, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο ελληνική δισκογραφία;
Η ελληνική δισκογραφία είναι κατά γενική ομολογία ανύπαρκτη, στερείται οράματος και φαντασίας όμως, εδώ και πολλά χρόνια. Άνθρωποι που την ευτέλισαν και τη βγάλαν στο σφυρί, κάποιοι, μπορεί να βρίσκονται και στη φυλακή τούτη τη στιγμή που μιλάμε.
Οτιδήποτε αξιόλογο λοιπόν κατ εμέ συμβαίνει, γίνεται εξ αιτίας του πείσματος κάποιων τρελών, που αγαπούν το τραγούδι και τη μουσική.  Από την άλλη εγώ, ποτέ δεν ήμουν μέσα στη δισκογραφία, ποτέ δεν είχα δισκογραφική στέγη, ίσως κατά καιρούς καταλύματα, δεν ανήκα όμως κάπου, με ότι αυτό συνεπάγεται βέβαια. Η πρώτη μου προσωπική δισκογραφική δουλειά, βρήκε στέγη στην «Εστία», τη δισκογραφική εταιρεία της Χαρούλας Αλεξίου, αλλά αυτό ήταν μια εντελώς σε φιλικό επίπεδο συνεργασία, για ν αποκτήσω ένα πρώτο βήμα. Από κει και πέρα, άρχισα να συνεργάζομαι με τους Ολλανδούς, οι οποίοι και εξέδωσαν τη δεύτερη δουλειά μου, την τρίτη, επίσης και τώρα τούτη εδώ. Είμαι σίγουρος πως στην Ελλάδα, κανείς δεν θα ενδιαφέρονταν για το υλικό και δεν μιλάω για παραγωγή, αλλά έστω για μια στοιχειώδη διακίνηση. Εγώ τα είχα όλα προαποφασισμένα, θα έκανα τη δουλειά αυτή πάσει θυσία, θα έχωνα το χέρι στην τσέπη και θα προχωρούσα. Η σκέψη μου βρήκε οπαδό στο πρόσωπο του Caspar Falke, που παρ ότι Ολλανδός, ενδιαφέρθηκε να κάνουμε τη δουλειά αυτή από κοινού κι έναν αξιόλογο άνθρωπο, τον Θανάση Συλιβό, που διέπεται από το ίδιο γούστο και την αγάπη για τη μουσική και που φυσικά μου έδωσε τη στέγη του «Μετρονόμου», για να εκδοθεί το cdβιβλίο.

Ποια είναι η σχέση σου με την παραδοσιακή μουσική;
Εδώ νομίζω πως είναι καλύτερα να σου διαβάσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο που συνοδεύει την έκδοση:
«Ανασκαλεύοντας λοιπόν  νου και  καρδιά, έρχεται μια μέρα που λες μεγάλωσα και μαζεύεις κοντά σου όσες μνήμες μπορείς, όλα εκείνα που σε χτίσανε και σου δώσανε το συναισθηματικό όχημα που σε πάει.  Και προσπαθείς να καταλάβεις, να εξηγήσεις,  πώς μεταμορφώθηκες  σ αυτό που είσαι τώρα. Κι αντιλαμβάνεσαι πως, ενώ τελικά η ζωή σου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο, η ζωή μιας ακόμη πεταλούδας, με όλα τα στάδιά της, κάποια πράγματα δεν έχουν αλλάξει και συνεχίζουν να υπάρχουν, από κτίσεως κόσμου. Το βασικότερο όλων, η αγωνία για την εξασφάλιση της καθημερινής τροφής, τόσο δυνατή, που έδωσε αξία στον αντίχειρά μας, ώστε να γίνουν τα χέρια μας εργαλείο και να μας θρέψουν.  Από την άλλη όμως, όλα πάνω μας και γύρω μας αλλάζουν. Φοβόμαστε αυτές τις αλλαγές, η συνήθεια για πολλούς, φορές είναι τόσο δυνατή, που από μόνη της μπορεί και κρατάει τον κόσμο σε αρμονία και πειθαρχία.  Κάποιοι όμως, θέλουν να περιδιαβαίνουν  μονοπάτια καινούρια, να ξεφεύγουν από την επιβεβλημένη ρότα και να υποβάλλουν συχνά σε δοκιμασίες ψυχή, μυαλό και σώμα. Συχνά μοναχικοί περιπατητές, τραβάμε γι αλλού, για να γνωρίσουμε μέσα από καινούρια πράγματα, τον εαυτό μας, αυτόν τον τόσο οικείο γνωστό άγνωστό μας. Μόνο μέσα από τη γνωριμία μαζί του, αντιλαμβανόμαστε τελικά τον κόσμο και την ομορφιά μας. Όταν στεκόμαστε ολότελα γυμνοί μπροστά στο είναι μας, καταλαβαίνουμε, απαλλαγμένοι από εγωισμούς, το μεγαλείο της φύσης, τον άνθρωπο, εμάς. Και τότε είναι πια που μπορούμε και λέμε, ναι, αξίζει μια ματιά πίσω, αξίζει κάθε τι που σαν Παρθενώνας στάθηκε μέσα στο χρόνο όρθιο, που δεν κατάφερε κανείς ποτέ με τη βία να το ξεριζώσει και δεν το πέτυχε ποτέ, παρά μόνον όταν εμείς το πετάξαμε θεωρώντας το ξεπερασμένο ή άχρηστο, χωρίς διάθεση να το μεταποιήσουμε και το ξεχάσαμε. Και μη φανταστεί κανείς πως κάτι σπουδαίο προσπαθώ να πω, απλά, είναι πολλές οι φορές που πιάστηκα κορόιδο,  κι εκεί που αμφισβητούσα πράγματα, ήρθα μετά κι έσκυψα με ευλάβεια πάνω τους, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο που έκρυβαν μέσα τους.
Ο λόγος εδώ για το δημοτικό τραγούδι, παρεξηγημένο ίσως χρόνια, από πολλούς, που ανδρωθήκαμε στη μεταπολίτευση.  Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς μια μουσική, που τόσοι και τόσοι φρόντισαν να τη βιάσουν, να την κάνουν δικό τους γενίτσαρο, τσουγκρίζοντας πασχαλινά αυγά. Άργησα να καταλάβω τον πλούτο της σε συναίσθημα και ρώμη, παρ ότι είχε προλάβει και με είχε οργώσει.  Ίσως το μεγαλύτερο ριφιφί όλων των αιώνων, να είναι εκείνο της μουσικής παράδοσης, που μπαίνει μέσα σου, ερήμην σου, σαν την αρρώστια.  Κι ενώ, σαν άλλος Πέτρος, πριν αλέκτωρ φωνήσαι την απαρνιέσαι, αυτή ξέρει καλά πως είσαι δικός της, σε έχει μαγέψει και αργά ή γρήγορα,  επιστρέφεις μύστης και κοινωνός!».

Τι κρατάς από τη συνεργασία με τη Χαρούλα Αλεξίου; Υπάρχει μια ιδιαίτερη στιγμή που θα 'θελες να μοιραστείς μαζί μας;

Η Χαρούλα είναι ένας άνθρωπος που θέλω όποτε βρισκόμαστε, να τον αγκαλιάζω σφιχτά, θα μπορούσα να την κάνω να σκάσει αγκαλιάζοντάς την, για τόση αγάπη μιλάω. Μ αρέσει όταν αφήνεται στην παρέα, τότε είναι τόσο απρόβλεπτη. Βάζω ακόμη παλιούς της δίσκους στο πικάπ και εξακολουθώ να μαγεύομαι και να ριγώ από τον τρόπο που τραγούδησε μεγάλα τραγούδια δικά της, αλλά και άλλων παλιότερων ερμηνευτών. Την έχω ακούσει να τραγουδά τραγούδια του Καζαντζίδη κι ομολογώ πως ενθουσιάστηκα τόσο πολύ από τον τρόπο της. Μας έχει δώσει μοναδικές ερμηνείες. Θέλω να σταθώ σε κάτι που μου είπε κάποτε ένας άλλος μεγάλος ερμηνευτής, εκλιπών πλέον, ο Δημήτρης Μητροπάνος, «Η Χαρούλα είναι η μεγαλύτερη ελληνίδα τραγουδίστρια των τελευταίων εκατό ετών», εγώ ποιος είμαι για να το αμφισβητήσω? Τουναντίον επαυξάνω!!! Την έζησα από πολύ κοντά όταν ηχογραφούσαμε το «Βύσσινο και νεράντζι» το 2006. Σχεδόν 2 μήνες, κάθε μέρα μαζί.
Δεν θα ξεχάσω μια μέρα, που γινόταν νονά στην εγγονή του Μάνου Λοϊζου, μετά τη βάφτιση, όσοι αντέξαμε την κρασοκατάνυξη στο τραπέζι, μας πήρε σπίτι της, όπου με ένα πιάνο κι ένα μπουζούκι, μας τραγούδησε ως τις 11 το βράδυ. Αυτή είναι η Χαρούλα που εγώ γνώρισα κι αγάπησα, μέσα από τα τραγούδια της αλλά κι από κοντά!